Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Το αρκαδικό τοπίο στην τέχνη και στο έργο του ποιητή Ηλία Σιμόπουλου.

Το απόλυτα ποιμενικό τοπίο της Αρκαδίας, ένα τοπίο ίσως αλλοτινών καιρών χαρίζει γαλήνη και ηρεμία στο νου, αλλά γίνεται αφορμή και για στοχασμό. Κάπως έτσι θα σκέφτονταν και εκείνοι οι παλιοί ποιητές στη θέα των δασωμένων τόπων, των ποταμιών και των πηγών.

Τα ίδια συναισθήματα προκαλούνται από έναν φημισμένο πια πίνακα του Πουσέν που φέρει τον τίτλο «οι ποιμένες της Αρκαδίας» του 1647 που εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου. Τρεις αρκάδες βοσκοί, φέροντες χιτώνες στέκονται γύρω από ένα τάφο με μια στοχαστική μελαγχολία ενώ το φόντο του πίνακα είναι ένα πολύ όμορφο τοπίο. Ο ένας από τους ποιμένες γονατισμένος διαβάζει την χαραγμένη πάνω στον τάφο επιγραφή: “et in Arcadia Ego” που μεταφράζεται ως «και εγώ στην Αρκαδία βρίσκομαι».Οι δύο ερμηνείες της επιγραφής είναι ή ότι ο άνθρωπος στον τάφο έζησε στην Αρκαδία ή (η αλληγορική) ότι ο θάνατος (που προσδιορίζεται με τη λέξη εγώ) υπάρχει και αυτός στην Αρκαδία, δηλαδή ακόμη και σε αυτό το τοπίο που αποπνέει ηρεμία, ομορφιά, γαλήνη ψυχής, ίσως και γιαυτό απεικονίζεται ο σκεπτικισμός στα πρόσωπα. Αλλά αυτό το τελευταίο κατ’ εμένα δεν καταδεικνύει στο ελάχιστο το μάταιο και τη θλίψη, αλλά το ότι ο ίδιος ο θάνατος εκστασιάζεται και υποκλίνεται μπροστά στη μαγεία του αρκαδικού τοπίου. Ακόμη όμως και με την έννοια του θανάτου ως τέλους της ύπαρξης δε μπορούμε να μη σκεφτούμε το εκ νέου ξεκίνημα της ζωής το οποίο εμπνέει η Αρκαδική γη.

Η ίδια αυτή αρκαδική γη γέννησε το μεγάλο μας ποιητή, τον Ηλία Σιμόπουλο που πολλαπλά τίμησε και τιμάει την καταγωγή του, υποψήφιο της Ελλάδας τη χρονιά που διανύουμε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Παιδί του Κραμποβού και του Λύκαιου όρους, η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα του αναβλύζει μέσα από τις τόσο απλές και συνάμα τόσο μεγάλες ποιητικές του κουβέντες. Τι να πει κανείς για αυτό το ποίημα ύμνο στο χωριό του, το σημερινό Καστανοχώρι, μία πανέμορφη φωλιά τριγυρισμένη από πανήψυλες και βαθύσκιωτες περήφανες αρκαδικές καστανιές. Ένα ποίημα γεμάτο πόνο και λυρισμό, αυτά που το παρελθόν και το παρόν έχουν αποτυπώσει στην αρκαδική γη.

Κραμποβός
Λαμπρό μου όνειρο
Θαμμένο

Στα βάθη του χρόνου.
Είμαι το αίμα σου που τραγουδά

Που τολμά να τραγουδά
Με το θάνατο στα χέρια.
Ανηφορίζοντας τις πλαγιές του Λυκαίου

Κάτω από ερείπια ναών
Ή πλατύφυλλα δένδρα που ανθίζουν
Στις νεκρές πια πλατείες σου
Πουλί της στάχτης και της φωτιάς

Αναζητώ το σώμα σου
-της μνήμης έγκλειστος-
ανάμεσα σε πέτρα και άργιλο
ανάμεσα σε σκυθρωπές
βομβαρδισμένες πολιτείες
κι εταιρείες μ' αναρίθμητα κεφάλαια.
Χωριό μου σταυρωμένο

Που σε μίσησε ο Εγκέλαδος
Προσκυνητής σου ταπεινός
Κυνηγημένος ασυμβίβαστος
Φιλώ το χώμα που με γέννησε
Και καμαρώνω
Τη μεγαλοπρέπεια των βουνών
Που σιωπηλοί πέτρινοι γίγαντες
Μεσ' στους αιώνες άγρυπνοι
Φρουρούν αγέραστοι τη μνήμη σου.

Ο ποιητής τολμά να κάνει όνειρα, τολμά να τραγουδήσει, να υψώσει βροντερή φωνή, να αφυπνίσει. Δεν επιδιώκει να οικτίρει, δε θυμοσοφεί, παρά δείχνει την αγάπη του προς τα άγια χώματα που τον γέννησαν, την αγάπη στη γη, την πίστη στον άνθρωπο που θρέφεται από αυτή την ίδια γη. Θρέφεται σαν οργανισμός και θρέφει παράλληλα τα δικά του όνειρα, όνειρα κατάκτησης του ιδανικού. Προσκυνά το χώμα που τον γέννησε περήφανος για τον τόπο του, πιστός ,παρά το πέρασμα του χρόνου, τις κακουχίες και τα βάσανα, σαν κι εκείνον φρουρός μιας άδολης μνήμης.

Μεγάλο μέρος του έργου του ποιητή μελοποιήθηκε: η “Αρκαδική Ραψωδία” του 1958 μελοποιήθηκε από το μουσικοσυνθέτη Ιωσήφ Μπενάκη .Από τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί “Ο Φονιάς” από τον Ιωσήφ Μπενάκη, “Ο Θρήνος της Μάνας” από τον Γιάννη Σπανό, επίσης το ίδιο ποίημα μελοποιήθηκε από τον Ιωσήφ Μπενάκη καθώς και “Ο ύμνος της ειρήνης”.Το ποίημα “Ναυάγιο” μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Teo el Greco στη Νέα Υόρκη, και ο “Ύμνος στα Λύκαια” από τον Ηλία Στασινό.Επίσης το ποίημα “Βιετνάμ” μελοποιήθηκε και από τον Φαίδωνα Πρίφτη και κυκλοφόρησε σε δίσκο.Το 2005 μελοποιήθηκε το ποίημα «το στάδιο των Λυκαίων» από τον Αρκάδα συνθέτη Βαγγέλη Σταυρόπουλο και συμπεριελήφθη στο έργο του «et in Arcadia ego».


ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΛΥΚΑΙΩΝ

Ξένε στον τόπο αυτό που μπήκες
χιλιάδες σε υποδέχονται Λυκαιονίκες
για να σου πούνε μ’ ένα στόμα όλοι μαζί
πως το ωραίο δεν πεθαίνει. Πάντα ζει.
Βάλε τ’ αυτί στην πέτρα και στο χώμα
ν’ ακούσεις προαιώνια μυστικά κι ακόμα
θρύλους πανάρχαιους που αιώνες κουβαλάει
ο θείος Αλφειός που ατέλειωτα κυλάει
Εδώ σ’ αυτή τη γη του Πάνα και του Δία
χρόνια πολλά πριν πάει στην Ολυμπία
άναψε κι έλαμψε του Ολυμπισμού η δάδα
το φως της να σκορπίσει περ’ απ’ την Ελλάδα
Σ’ όλο τον κόσμο στην απέραντη οικουμένη
τη μόνη αλήθεια στους αιώνες να σημαίνει
πως στη ζωή το αγαθό το πιο μεγάλο
είναι η λευτεριά με την ειρήνη. Τίποτ’ άλλο

Ο ποιητής με αισιοδοξία μεταφέρει το παναθρώπινο μήνυμα του Ολυμπισμού και της ευγενούς άμιλλας, τη δύναμη του ελληνικού φωτός που η δάδα του φέγγει πεισματικά μέσα στα σκοτάδια για να διακηρύξει ότι η λευτεριά και η ειρήνη είναι τα πιο μεγάλα αγαθά. Και μόνο αυτοί του οι στίχοι αποτυπώνουν τη μεγαλειώδη ποίησή του και αποτελούν το δικό του και δικό μας έπαθλο, ένα βραβείο που απονέμεται καθημερινά καθώς επαναλαμβάνουμε τα ιερά του λόγια. Γέφυρες χτίζει με αυτά τα ποιήματα, πονήματα, δημιουργήματα, χέρι απλώνει σε όλους μας, μας λούζει με μια βροχή ελπίδας, στοχάζεται και στοχαζόμαστε μαζί του!

ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ

Ξαναγυρίζω σε σας νοσταλγός
πατρικά χώματα. Βουνά οι φλέβες μου
ανάμεσα στη σάρκα και σε μένα
Όλα τυφλά δε με γνωρίζουν
Η πόρτα του κήπου γκρεμισμένη
ο δρόμος πνιγμένος στα βάτα
τα δάκρυα του ήλιου πράσινα
Όμως οι μνήμες αγέραστες.
Τα ζουμπούλια δίπλα στα ρόδα
οι μουριές φορτωμένες χρόνια
η μυγδαλιά με την πρώιμη άνθιση
τα γεράνια που λάμπουν στον ήλιο
Το χωριό μου είναι μικρό
Σαν ένα κουτί σπίρτων
Όμως στον ουρανό του
περήφανα τα χέρια των άστρων
χειροκροτούν την έλευσή μου
Έμφορτες βάρκες ονείρων
μ’ ακολουθούν
Χαίρε νιότη αγέραστη
Στα χέρια του πεπρωμένου
(Εσπερινός Απόλογος) 1983

Πλημμυρισμένη μικρά σπιρτόκουτα, χωριά φωλιές αετών και άλλα πάλι καταφύγια νυμφών και νεράιδων είναι η γη της Αρκαδίας. Χώματα γεμάτα μνήμες, χαράδρες και βουνοπλαγιές δασωμένες, γη της ζωής, της χαράς, της αναγέννησης, γη ποτισμένη με αγώνες και θυσίες, χώματα, βράχια και νερά που ψιθυρίζουν το βουβό πόνο του αποχωρισμού, την ελπίδα της επιστροφής, την αγάπη και τη φωτεινότητα που πηγάζουν μέσα από τις λέξεις «Νόστιμον ήμαρ».

Στο μεγάλο μας ποιητή που επί ογδόντα χρόνια καταθέτει την ψυχή του και την αγάπη του για τόπους και ανθρώπους, εκφράζω ταπεινά την ευγνωμοσύνη μου!!!

Το παραπάνω είναι η παρουσίαση της ομιλίας μου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Μεγαλόπολης, την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011, στα πλαίσια της τιμητικής εκδήλωσης για τον ποιητή Ηλία Σιμόπουλο, προταθέντα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Χρήστος Ναούμ: Αχ! αυτές οι βασίλισσες!

Η τραγική όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, Μαρία Στουάρντα, στην οποία έμμεσα γίνεται αναφορά στη σελίδα 489 του μυθιστορήματος του Χρήστου Ναούμ «Αχ! αυτές οι βασίλισσες» μιλάει για τον αλληλοσπαραγμό και τη διαφορετικότητα του χαρακτήρα ανάμεσα στη Μαρία Στιούαρτ και την ξαδέλφη της Ελισάβετ. Η Μαρία, βασίλισσα της Σκωτίας κρίθηκε ένοχη ανθρώπινων αμαρτιών: παρορμητική, παράφορη στο να ερωτεύεται, να μισεί, να ενθουσιάζεται αχαλίνωτα, να καταθλίβεται μέχρι τελικής πτώσης, ανίκανη τελικά να διαχειριστεί τις ίντριγκες που η ίδια ή άλλοι κατασκεύαζαν. Λάθος άνθρωπος στη λάθος στιγμή καθώς είχε να αντιμετωπίσει τη χρηστότητα της Ελισάβετ, της παρθένου βασίλισσας, γυναίκας ψυχρής και αδιάφορης στα πάθη, ικανής ηγέτιδας που οδήγησε τη χώρα της σε άνθηση.

Και να λοιπόν που σε όλο το μυθιστόρημα έχουμε να κάνουμε με αυτό τον αλληλοσπαραγμό και το συνεχή πόλεμο που η γυναικεία φύση όπως εκφράζεται μέσα από τα διαφορετικά πρόσωπά της εξαπολύει έναντι παντός και του εαυτού της μαζί.

Οι ήρωες του συγγραφέα κινούνται στο Βορά και το Νότο της Ελλάδας ψάχνοντας το όνειρό τους, χρησιμοποιώντας ο καθένας ό,τι ο χαρακτήρας και η θέση του στην κοινωνία υπαγορεύει.

Η εξ Αλεξανδρείας Χαιτέα επικοινωνεί με τα πνεύματα για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Στο σπίτι της μπαινοβγαίνουν πελάτισσες, η αγαπημένη της παραπονιάρα γάτα, η ξαδέλφη της μοναχή Μυροφόρα που διακατέχεται από τα ανθρώπινα πάθη τα οποία αποτάσσεται, η στρουμπουλότατη πλην χαρισματική κόρη Αφρούλα και ο αιθεροβάμων γιος Διομήδης, επίδοξος σεναριογράφος, συγγραφέας, σκηνοθέτης. Μπλέκονται ο ένας στα πόδια του άλλου, μαλώνουν, τα ξαναβρίσκουν, η πόρτα τους ανοίγει και κλείνει για να υποδεχτεί κάθε καρυδιάς καρύδι. Οι συγκάτοικοι δίνουν και παίρνουν σε αυτή την πολύπαθη πολυκατοικία. Οι ήρωες δένονται με το νήμα του μύθου, άλλοι γερά πιασμένοι στις θηλιές του, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν φιλίες, έρωτες και εστίες και άλλοι υπ’ ατμόν έτοιμοι να παρασυρθούν όπου τους βγάλει η ιδιοτροπία του ξαφνικού αέρα.

Ένα πολύχρωμο και ιδιόμορφο πλήθος είναι οι ήρωες του Χρήστου Ναούμ, όπως αυτό το περίεργο σαν ουράνιο τόξο ανθρωπομάνι που διαδηλώνει για τα δικαιώματα των πνευματιστών και άλλων επιδέξιων και μη, μπλοκάροντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τη θυμηδία των περαστικών κάπου μέσα στη μυθιστορηματική μεγαλούπολη που όμως δε διαφέρει σε τίποτα από την πραγματική.

Όνειρα, πάθη, λάθη στοχεύουν πού αλλού; στην αγάπη.

Την αγάπη που αναζητάει ο ευαίσθητος Πλάτωνας μέσα από την προβληματική του σχέση με το βίαιο Άρη.

Την αγάπη που καταπίεσε η Λάουρα, η αδικημένη Ρουμάνα που οι ίντριγκες των πεθερικών τής στέρησαν το παιδί της.

Την αγάπη που στερήθηκε η Εύα και τη βρήκε στην εν πολλαίς επαγγελματικές αμαρτίες συζυγική και πατρική φιγούρα του Αντώνη.

Την αγάπη που για τη Τζένη βρίσκει την ολοκλήρωσή της μόνο μέσα από το σωματικό πόνο.

Την αγάπη που ταρακούνησε τόσο το Διομήδη ώστε να τον κάνει να αλλάξει θρησκεία και πατρίδα και να μάθει να σκέφτεται διαφορετικά.

Την αγάπη της σινιόρας Μπαρντίνι για μια ξεχασμένη Αθήνα, ένα ετοιμόρροπο νεοκλασικό και μια αιώνια μουσική.

Την αγάπη και την αποδοχή του εαυτού της, την αγάπη που προσφέρει απλόχερα στους άλλους, την αγάπη για το ίδιο το υπέρβαρο σώμα της, την αγάπη των ονείρων που τελικά πραγματοποιεί η Αφρούλα.

Τι ενώνει και τι χωρίζει άραγε όλους αυτούς τους ανθρώπους πάνω από το μνήμα του σκοτεινού επιχειρηματία Αντώνη; Πόσο θα επιβιώσει μία άσπονδη φιλία; Πόσα χωρίζουν την όπερα από τη λαϊκή μουσική; Οι διαφορές μας είναι αυτές που θέτει ο κοινωνικός περίγυρος ή τα προσωπικά μας στεγανά;

Σε αυτό το πολύβουο, πολύχρωμο σκηνικό που στήνει ο Χρήστος Ναούμ, ένα είναι το σίγουρο: Θα επιβιώσει αυτός που θα παραδεχτεί και θα αποδεχτεί πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους. Αυτός που δε φοβάται να αγαπάει αυτό που επιθυμεί και όχι αυτό που οι άλλοι επιβάλλουν. Αυτός που είναι πρόθυμος να ακολουθήσει τη συμβουλή της Αφρούλας: «Κι όταν σου προσφέρουν αγάπη, να την παίρνεις σαν τη σοκολάτα. Να τη γεύεσαι και να τη φχαριστιέσαι…Κι ύστερα να τη μοιράζεις με τη σειρά σου».

«Αχ! αυτές οι βασίλισσες», 619 σελίδες γεμάτες από τη χαρισματική αφήγηση ενός συγγραφέα που με εύστοχες πινελιές ευαισθησίας, λεπτού σαρκασμού και ανθρωπιάς κάνει τον αναγνώστη να αφεθεί στη μαγεία της μυθιστορηματικής τέχνης.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

η ακριβή ανάσα του νερού-το τέλος του ταξιδιού

Πώς ένα τόπος αποτελεί πηγή έμπνευσης για ένα ολόκληρο μυθιστόρημα; Στην ακριβή ανάσα του νερού γίνονται πολλές αναφορές σε μέρη στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο βασικός γεωγραφικός άξονας όμως είναι το κέντρο περίπου της Αρκαδίας και η Νέδα, το ποτάμι που έδωσε το ερέθισμα στη φαντασία μου. Για να στήσω την ιστορία μου, το ακολούθησα από τις πηγές του κάπου κοντά στο Λύκαιο όρος και έφτασα στο Στόμιο, στο σημείο όπου τελειώνει το μυθιστόρημα και όλα τα σκοτεινά μυστικά που στοιχειώνουν το παρόν αποκαλύπτονται.

…Το βουητό του νερού γινόταν πιο έντονο. Το κρύο ήταν διαπεραστικό και η ατμόσφαιρα βαριά από την υγρασία. Από το μισάνοιχτο παράθυρο έμπαινε ορμητική η μυρωδιά της νοτισμένης γης, φιλτραρισμένη από εκείνη των αρωματικών θάμνων που αγκάλιαζαν τις όχθες. Λίγα μέτρα παρακάτω, το ποτάμι στένευε τόσο, που οι πέτρινοι όγκοι υψώνονταν απειλητικοί, κλείνοντας σχεδόν το φαράγγι και οριοθετώντας το τέλος της διαδρομής με το αγροτικό.

Ο Στράτος με το Ρήγα στο κατόπι του, έστριψε αριστερά και προχώρησε με τα πόδια μέχρι που βρέθηκε μπροστά στα λαξεμένα σκαλοπάτια. Από πάνω του και ξανά αριστερά διακρινόταν αχνά το άσπρο ασβεστωμένο περίγραμμα από το ξωκλήσι. Ταυτόχρονα, ο ήχος του καταρράκτη ακουγόταν πλέον εκκωφαντικός. Είχε φτάσει στον προορισμό του. Το μονοπάτι έβγαζε στο εκκλησάκι, και λίγο πιο πάνω, χωμένο στα κόκκινα βράχια βρισκόταν το ασκητήριο, και ακριβώς από κάτω περίμενε η σκοτεινή σπηλιά. Ο αχνός από τον καταρράκτη κάλυπτε τον ορίζοντα με ένα λεπτό στρώμα ομίχλης. Τα βράχια κύκλωναν το τοπίο σε χρωματικές παραλλαγές, ξεκινώντας από το χρώμα της απαλής ώχρας έως το βαθύ κόκκινο του σχηματισμού στην είσοδο της σπηλιάς, εκεί που το νερό του ποταμού έμπαινε αφρίζοντας για να διανύσει ορμητικό κάτι λιγότερο από εξήντα μέτρα…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ.347-348, εκδόσεις Μίνωας.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Κυνηγοί θησαυρών

Θησαυρός, μια λέξη που παραπέμπει σε παραμύθια, κάτι κάπου καλά κρυμμένο, αυτό που θα χρειαστεί αντρειοσύνη και θάρρος, εξυπνάδα και πονηριά, κόπο και δρόμο πολύ για να αποκτηθεί.

Τα παραμύθια και η πραγματικότητα πολλές φορές συμπορεύονται βρίσκοντας κάπου τη δίοδο να συναντηθούν. Για τους σύγχρονους παραμυθάδες ή καλύτερα για τους κυνηγούς θησαυρών το μέσο συνάντησης είναι οι ανιχνευτές μετάλλων. Με ένα υπερμοντέρνο και πανάκριβο συνήθως εξοπλισμό, οι Ιντιάνα Τζόουνς των καιρών μας εξορμούν σε αναζήτηση μυθικού πλούτου. Απαραίτητος βέβαια και ο χάρτης ο οποίος οδηγεί σε βουνά και λαγκάδια ώσπου ο θησαυρός να αποδειχθεί άνθρακας. Αυτό δεν πτοεί τους ερασιτέχνες ανασκαφείς οι οποίοι ξεχύνονται εκ νέου ψάχνοντας τιμαλφή, νομίσματα, χειρόγραφα και ό,τι άλλο πολύτιμο η ιστορία μπλεγμένη με τον θρύλο υποδεικνύει. Μπορεί να είναι κάποιος θησαυρός από τα χρόνια των πειρατικών επιδρομών ή από την Τουρκοκρατία, μπορεί πάλι να έχει να κάνει με σελίδες πιο πρόσφατες όπως αυτές της Γερμανικής Κατοχής ή του εμφύλιου πολέμου.

Στην ακριβή ανάσα του νερού, κανένας δε μπορεί να υποψιαστεί τι κρύβεται πίσω από μια αγγελική παρουσία. Κανένας δε γνωρίζει ότι κάποιος βαδίζει πάνω σε ένα προδιαγεγραμμένο μονοπάτι. Όταν όμως αυτό το τελευταίο οδηγεί στη γη της Αρκαδίας,…..

…Οι ενδείξεις στον ανιχνευτή τον έκαναν να αναθαρρήσει. Σίγουρα κάτι υπήρχε, κάτι που έκανε τους παλμούς του να ανέβουν. Στερέωσε το φακό και κοίταξε προσεκτικά. Ύστερα άρπαξε αποφασιστικά το φτυάρι κι άρχισε να σκάβει. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε «χτυπήσει» ο ανιχνευτής, δε βρισκόταν σε μεγάλο βάθος. Γεμάτος έξαψη, πετούσε το χώμα πάνω από τον ώμο του μέχρι που χτύπησε σε μέταλλο. Έσκυψε πάνω από το λάκκο με το φακό και φώτισε τη σκαμμένη γη. Ξέχωσε προσεκτικά το παραλληλόγραμμο κουτί που είχε ξεθάψει και το καθάρισε από τα χώματα. Παρότι το μέγεθός του δεν ήταν άξιο λόγου, με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να το ανοίξει. Το καπάκι είχε σφηνώσει και χρειάστηκε αρκετή δύναμη ώσπου να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο. Τα τεντωμένα του νεύρα είχαν σμπαραλιαστεί από την αγωνία, καθώς σε ελάχιστα δευτερόλεπτα θα ανακάλυπτε τι έκρυβε τόσα χρόνια ο πονηρός γέρος…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελίδα 335, εκδόσεις Μίνωας.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Μεσημέρι στον Πειραιά- ο βομβαρδισμός

Μια από αυτές τις μαύρες σελίδας που η Ιστορία ατελείωτα γράφει, είναι και ο βομβαρδισμός του Πειραιά από συμμαχικά αεροπλάνα, στις 11 Ιανουαρίου του 1944. Ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι θα κάνει την Ελλάδα να θρηνήσει ακόμη μια φορά για τα παιδιά της.

Στην ακριβή ανάσα του νερού, ένας Γερμανός στρατιώτης θυμάται την αποφράδα εκείνη ημέρα.

... Ήρθε το 1944 κι έφτασε ο πρώτος μήνας στις 11, μια μέρα που κανείς δεν θα ξεχνούσε. Ήταν χαρά Θεού. Ο ήλιος φώτιζε το μαύρο χειμώνα του λιμανιού και οι δρόμοι είχαν γεμίσει κόσμο. Όλα έγιναν σε δευτερόλεπτα, κι όμως, τόσα χρόνια μετά, νομίζω ακόμη πως κράτησαν ώρες. Πρώτα η βοή, και ύστερα τα αντιαεροπορικά, που ο ήχος τους τρυπούσε τα αυτιά. Ο κόσμος έμεινε παράλυτος, μαρμαρωμένος, σαν να μην είχε καταλάβει… και ξαφνικά σκοτάδι.

»Τι θυμάμαι; Κραυγές, γυναικείες και αντρικές, που γινόντουσαν ένα με τα αποκρουστικά σφυρίγματα. Όλα γύρω τραντάζονταν, και η γη μούγκριζε λες και ήθελε να δείξει την οργή της. Οι άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι για να φτάσουν στο κοντινότερο καταφύγιο. Η σκόνη, τα τούβλα και τα ανθρώπινα μέλη έγιναν ένα. Όσους είχαν αποφύγει τις ίδιες τις βόμβες τους είχε πετάξει το ωστικό κύμα, μπερδεμένα κουβάρια πάνω σε σπασμένες πόρτες, σωρούς από ξύλο και σοβάδες, με χέρια και πόδια στρεβλωμένα και πρόσωπα με τον τρόμο παγωμένο στα χαρακτηριστικά τους. Με φρίκη τα παρατηρούσα όλα αυτά, σαν να βρέθηκα εκεί εντελώς τυχαία. Ούτε που είχα καταλάβει πως από θαύμα ζούσα ακόμη, και τσιμπώντας το μουδιασμένο μου σώμα για να βεβαιωθώ πως όλα ήταν στη θέση τους, είδα με μάτια γεμάτα έκπληξη και θαυμασμό αυτή που θα γινόταν η γυναίκα μου, να σκύβει πάνω από ένα κοριτσάκι. Τα μαλλιά της, γεμάτα σκλήθρες και αποκαΐδια, έπεφταν στο πρόσωπό της καθώς προσπαθούσε να σηκώσει τη μικρή που κλαψούριζε χαμένη. Εκείνο το παιδί όμως, αδύνατο σαν κλαράκι, έμοιαζε να έχει ριζώσει στο δρόμο, και με μια πρωτόγνωρη δύναμη αντιστεκόταν. Οι αδύναμες στην αρχή φωνές διαμαρτυρίας του κατέληξαν σε θρήνο ίδιο με τις σειρήνες. Η μητέρα σου κοίταξε ολόγυρα ψάχνοντας κάποιον να βοηθήσει. Λίγο παραπέρα, ένα καρότσι έστεκε ανάποδα, με μια ρόδα μονάχα να του έχει απομείνει, και η πραμάτεια του, φτηνά υφάσματα που τώρα ήταν κουρελιασμένα, είχε σκορπίσει βορά σε αρπακτικά χέρια. Η ανέχεια δε γνωρίζει λύπη. Επιτήδειοι αλήτες αλλά κι εκείνοι που η απελπισία τους είχε παραμερίσει την ανθρωπιά άρπαζαν ρούχα, τρόφιμα, ακόμη και κατοχικά λεφτά που έμοιαζαν να πέφτουν βροχή από τον ουρανό. Το μικρό κορίτσι έστρεψε το βλέμμα του στο καρότσι, και καθώς είδε τα άπληστα χέρια να προσπαθούν να το γυρίσουν όρθιο άρχισε να ουρλιάζει. Και τότε η φωνή της μητέρας σου με κεραυνοβόλησε. “Εσύ! Τι κοιτάζεις;” μου φώναξε. Σαν σε όνειρο, άρπαξα το όπλο μου και όρμησα στους κλέφτες, όμως αυτοί είχαν γίνει ήδη καπνός. “Βοήθησέ με!” με διέταξε τότε εκείνη, και απόρησα πώς έβγαινε τόση αγριάδα από μέσα της… Ήμουν στρατιώτης, όμως πρώτη φορά ο θάνατος μου είχε φανεί τόσο άδικος κι αποκρουστικός. Ντρεπόμουν, πρώτα για εμάς και μετά για όλους τους άλλους, για όλους εμάς που ο σκοπός κάποιων αρρωστημένων μυαλών άγιαζε τα δικά μας μέσα!»

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ.222-224, εκδόσεις Μίνωας.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Ένας έρωτας ανθίζει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής

Ένας έρωτας ανθίζει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής: Εκείνος ο κατακτητής, εκείνη η κατακτημένη. Όταν χτυπήσει η καρδιά, οι όροι θα αντιστραφούν. Ακούγεται ίσως κλισέ, αλλά σταμάτησε ποτέ η ζωή; Υπήρξαν οι αντίξοες συνθήκες αποτρεπτικός παράγοντας για την ανθρώπινη ύπαρξη; Τι φέρνει κοντά δυο ανθρώπους κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες; Είναι η αβεβαιότητα για το αύριο, είναι η ένταση του συναισθήματος ή η διαφορετική πορεία που ακολουθούν σχεδόν πάντα η λογική και η καρδιά;

…«Πρωτοείδα τη μητέρα σου στην αγορά του Πειραιά σε μια περιπολία. Μια ψηλή κοπέλα, ισχνή από την πείνα, με μακριά μαλλιά κυματιστά που της έφταναν έως τη μέση. Ακόμη θυμάμαι τι φορούσε. Ήταν ένα φόρεμα στο χρώμα του βερίκοκου, με μια φαρδιά ζώνη στη μέση, σφιχτοδεμένη τόσο, που φοβόσουνα πως θα πάθει ασφυξία. Το φόρεμα όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, το είχε ράψει μόνη της από κάτι παλιές κουρτίνες. Την παρατηρούσα όπως είχε σταματήσει και κοίταζε τα πορτοκάλια. Ήταν ο μήνας Οκτώβριος. Ένιωσα άσχημα, όπως κάθε φορά που έβλεπα τα πελώρια μάτια των ανθρώπων να στυλώνονται πάνω στα ελεεινά φαγώσιμα, σταφιδιασμένα κι αυτά κι αφυδατωμένα σαν τα κορμιά τους. Η μητέρα σου, σαν να κατάλαβε πως την κοιτούσα, με κάρφωσε με το βλέμμα της. Το πρόσωπό της ήταν όλο μια περιφρόνηση μαζί με ένα μεγάλο «γιατί». Γιατί πεινούσε; Γιατί βρισκόμασταν εκεί; Ποιο αρρωστημένο μυαλό είχε πάρει τις τύχες τους στα χέρια του; Χίλια «γιατί» έμοιαζαν να βγαίνουν από το στόμα της, χωρίς να σχηματίζεται κανένας ήχος. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, διάλεξα ένα πορτοκάλι, αυτό που φαινόταν το λιγότερο ζαρωμένο, και της το πρότεινα. Η δυσπιστία και η πείνα πάλευαν στα μάτια της, μέχρι που η πείνα νίκησε. Η μητέρα σου πήρε το ανέλπιστο δώρο και κρατώντας το σφιχτά σαν κάτι πολύτιμο, κούνησε το κεφάλι, και κάνοντας απότομα μεταβολή έφυγε τρέχοντας. Μπορεί και να είχα ξεχάσει το περιστατικό, αν για μέρες χωρίς να το θέλω δεν έφερνα το πρόσωπό της στη μνήμη μου. Τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της και τα δυνατά ζυγωματικά της μου θύμιζαν έναν πίνακα που η δική μου μητέρα είχε ως μόνο ενθύμιο από την πατρίδα της. Απεικόνιζε μια πριγκίπισσα που περίμενε καρτερικά στις επάλξεις του κάστρου της αυτόν που θα έσωζε την πόλη κι εκείνη μαζί…

Η ακριβή ανάσα του νερού, εκδόσεις Μίνωας, σελ.221-222.