Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η ακριβή ανάσα του νερού: η ταινία μέσα στο μυθιστόρημα

Στην ακριβή ανάσα του νερού οι βασικοί ήρωες κινούνται στο χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου. Και η λυτρωτική δύναμη του νερού δίνει την έμπνευση για μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή της πλοκής του μυθιστορήματος.

Η καριέρα της Μαρίτας απογειώνεται καθώς η ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί αποσπά το βραβείο στο φεστιβάλ του Βερολίνου, μία διάκριση που θα ταράξει τα λιμνασμένα νερά της ζωής της και θα την φέρει κοντά σε αυτόν που αναζητάει η καρδιά της. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι οι σκέψεις που κάνει ο σκηνοθέτης Μίρο Κραφτ πάνω στη συγκεκριμένη ταινία.

…Ο Μίρο έπαιξε νευρικά με το ποτήρι του. Ποιος ο λόγος να έχει κάτι να γιορτάζει; Ντρεπόταν για τον εαυτό του. Η ακριβή ανάσα του νερού ήταν ένας συμβολισμός για τη ζωή και το θάνατο, και είχε να κάνει με την ιστορία της Αγγέλας και του Άντον. Ο Χάιλιχ, επηρεασμένος από τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας και τα Αρκαδικά του Παυσανία, είχε σχεδιάσει μία ταινία-οδοιπορικό. Σαράντα χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Άντον θα επέστρεφε στην Ελλάδα για να εξιλεωθεί από τις τύψεις του. Σε όλη του τη ζωή δεν έφτασε πουθενά, δεν έκανε οικογένεια, και έμεινε μόνος, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από τη φρίκη του πολέμου. Στη μοναχική πορεία του προς τη λύτρωση, θα συναντήσει την Αγγέλα, που ζει σε ένα χαμόσπιτο στα βράχια που ορθώνονται πάνω από ένα απότομο ποτάμι. Η παράξενη γυναίκα θα γίνει ο οδηγός της ψυχής και της συνείδησης του Άντον. Το οδοιπορικό του ζευγαριού από το ποτάμι στη θάλασσα ήταν ταυτόχρονα και η πορεία προς τη λύτρωση…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ.156, εκδόσεις Μίνωας.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Γραφή

Το ταξίδι του συγγραφέα είναι μοναχικό αλλά και μοναδικό μαζί. Η ώρα της δημιουργίας είναι μια επίπονη διαδικασία ψυχικής αποσυμπίεσης. Ίσως αυτό να ακούγεται βαρύγδουπο ή πάλι μπορεί κάποιοι να συμφωνήσουν.

Ο συγγραφέας αποτυπώνει, απογυμνώνεται και καταθέτει την ψυχή του σε μια προσπάθεια να βγάλει αυτό που τον βασανίζει. Μπορεί να είναι κοινωνικός προβληματισμός, διαμαρτυρία, η έκρηξη μίας βουβής οργής, η υπερχείλιση συναισθημάτων ή απλά ένας τρόπος επικοινωνίας.

Πάντα όμως κάτι έχει να πει, να καταθέσει, ακόμη κι όταν αυτό φαίνεται ανούσιο σε κάθε κριτικό ειδικό ή μη, αν ενοχλεί, ξενίζει, σκανδαλίζει ή απλά φέρνει ειρωνικά χαμόγελα.

Μου δημιουργεί αμηχανία η ερώτηση «εσείς τι γράφετε;» Σαν να μπορείς να βάλεις μια ταμπέλα στην ψυχή σου και να την καταχωρήσεις κάπου, να τη βολέψεις σε ένα τίτλο και να είναι όλοι ευχαριστημένοι.

Ακούμε και διαβάζουμε τόσες πρακτικές συμβουλές του τύπου: δημιουργείστε δυνατούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες, αποφασίστε για την κεντρική σας ιδέα, γράψτε ένα περίγραμμα ή μια περίληψη του μυθιστορήματος ή όποιου άλλου πονήματος έχετε κατά νου. Ο μύθος σας να έχει αρχή, μέση και τέλος. Να γράφετε κάθε ημέρα έστω και αν το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Μη χρησιμοποιείτε φλύαρες παρομοιώσεις και παρόμοιου τύπου στοιχεία. Μην υπερβάλετε στα επίθετα και τους χαρακτηρισμούς σας. Μην… Κάντε….. Προσέξτε…

Θεωρητικά όλα αυτά είναι πολύ καλά. Χρειάζεται όμως κάτι ακόμη. Ψυχή και ταλέντο. Όσοι γράφουμε πιστεύουμε ότι διαθέτουμε το πρώτο. Όσο για το δεύτερο, αυτό θα το κρίνουν οι αναγνώστες.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος: Ψυχές που δεν τις ζέστανε η αγάπη

Τη δεκαετία του πενήντα η Υπάτη ανοίγει τα μάτια της σε ένα κόσμο που μόνο στερημένη αγάπη έχει να της δώσει. Η μάνα της την εγκαταλείπει στη φροντίδα των συγγενών και το μικρό κορίτσι μεγαλώνει μέσα στην συναισθηματική ανασφάλεια. Θέλοντας να ξεφύγει από τη μιζέρια, η Υπάτη θα εκμεταλλευτεί τη γνωριμία της με τον Γιώργο που θα οδηγήσει σε ένα γάμο. Όμως τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα ονειρεύεται. Ο Γιώργος είναι ήδη παντρεμένος και η Υπάτη σε ελάχιστους μήνες θα βρεθεί να έχει χάσει τα πάντα: ο Γιώργος σκοτώνεται και η ίδια αποχωρίζεται το παιδί της και μαζί την ελευθερία της. Ο κόσμος αλλάζει, τα όνειρα γκρεμίζονται. Μετά την έκτιση της ποινής της, η Υπάτη μεταμορφωμένη αποφασίζει να αποδώσει τα ίσα στη μοίρα της, όμως μια αλληλουχία γεγονότων θα φέρει την τρικυμία στο μυαλό και την καρδιά της.

Ένα ερωτικό απωθημένο, η εμμονή, η αναζήτηση αυτού που πάντα ξεφεύγει, ο χρόνος που κυλά ουδέτερος και αδιάφορος. Οι πολλαπλές εικόνες της Υπάτης διαστρεβλώνονται μέσα από τον καθρέφτη της κοινωνίας, μιας κοινωνίας με αδιάλειπτα μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο, μιας κυψέλης όπου τα πολύβουα έντομα ποδοπατούν το ένα το άλλο άλλοτε προσπαθώντας να προσεγγίσουν και άλλοτε να απομακρυνθούν από τη βασίλισσά τους. Ποιος θα καταφέρει να αγγίξει την ψυχή της Υπάτης, να γιατρέψει τον πόνο και να αποκαταστήσει τις ισορροπίες στον κόσμο της; Πότε και πώς;

Ο κόσμος της Υπάτης, ο κόσμος έτσι όπως τον ορίζει ο συγγραφέας της ούτε μαγικός ούτε μαγευτικός είναι. Δεν είναι αγγελικά πλασμένος, δεν είναι ηθικός, είναι απλά ο κόσμος στον οποίο ζούμε και αναπνέουμε είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι. Με το δικό του ξεχωριστό τρόπο αφήγησης, ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος χρησιμοποιεί το μύθο απλά σαν πρόφαση. Η ουσία ή το διάβασμα πίσω από τις λέξεις όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι η κατάθεση της δικής του φιλοσοφίας ζωής. Σκέψεις, κρίσεις, επικρίσεις, αλήθειες που πονάνε, ιστορίες της διπλανής πόρτας ή και της δικής μας ακόμα. Γινόμαστε κοινωνοί, παραδινόμαστε σε αυτό το ταξίδι, ταυτιζόμαστε με τα πρόσωπα που συνδιαλέγονται αρνούμενοι να τα κατηγοριοποιήσουμε ή και να τα περιθωριοποιήσουμε, γιατί, κακά τα ψέματα, κάπου αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας ή ένα δικό μας άνθρωπο. Κάπου όλοι έχουμε φωνάξει ή απλά ψελλίσει τα ρήματα που απαρτίζουν το status quo της Υπάτης.

Στερούμαι: Η Υπάτη έχει στερηθεί το αυτονόητο, την οικογενειακή θαλπωρή και τη μητρική αγάπη. Αυτή η έλλειψη τη συνοδεύει στη ζωή της, καθορίζει το χαρακτήρα της, τις κινήσεις, τις αντιδράσεις της.

Επιθυμώ: Επιθυμούμε το ανέφικτο, το πρακτικώς αδύνατο, το ιδεατό ή το προσαρμοσμένο στα ανθρώπινα μέτρα; Η Υπάτη επιθυμεί τα υλικά αγαθά ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Κάπου η πρώτη επιθυμία καταλήγει σε αυτοσκοπό, κάπου το ταξίδι της σταματάει σε λάθος σταθμό. Αυτά που πραγματικά επιθυμεί παραγνωρίζονται και στην ουσία ξεχνιούνται, ο χρόνος μένει στάσιμος, η ανάγκη για αγάπη σε μόνιμη εκκρεμότητα πλανιέται στο χωροσύμπαν.

Αγγίζω: Το άγγιγμα της φυσικής επαφής προσφέρει μια επιφανειακή απόλαυση καθώς γρήγορα οι προσδοκίες διαψεύδονται. Οι συγκυρίες και η αποκοίμηση της συνείδησης θα της φέρουν μόνο το σύνδρομο του Μίδα. Ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός, όμως η ίδια πλέον δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει τα θέλω της.

Ψηλαφώ: Με τα μάτια της ψυχής κλειστά, παραδομένη σε νοητικά σκοτάδια, ψηλαφίζει το μεταφυσικό, νομίζοντας ότι έτσι θα βρει το ιδανικό αναλώνοντας το χρόνο της, ξεχασμένη από τον ίδιο το χρόνο.

Κατέχω: Και είναι εκείνες οι στιγμές που παραγνωρίζει τι σημαίνει να έχει την αγάπη έστω και ενός ανθρώπου, τη θεωρεί δεδομένη και ψάχνει ξανά χτίζοντας τα δικά της παλάτια στην άμμο.

Χάνομαι: Η Υπάτη περιδινίζεται σε εξωπραγματικές καταστάσεις αναζητώντας τον ιδανικό έρωτα, παύοντας να υπάρχει ως και για αυτούς που της προσφέρουν την αγάπη τους. Τα όνειρά της στεγάζονται στην αμφισβήτηση, το μεταφυσικό, την αδικία που της έγινε από τη ζωή.

Χάνω: Ο κόσμος γύρω της αλλάζει κι αυτή μένει στάσιμη, χάνοντας την ευκαιρία να ξαναχτίσει τη σχέση με τη μητέρα της, να κερδίσει την επαφή με το παιδί της, χάνοντας την ίδια τη ζωή.

Αναγεννιέμαι: Μέσα από τα πάθη και τα σφάλματα ακόμα και ο πιο αποκοιμισμένος κάποτε ξυπνά. Όταν έχεις φτάσει στον πάτο του γκρεμού, δεν υπάρχει το παραπέρα. Τι κάνεις τότε; Επιλέγεις τα δικά σου σκοτάδια ή σκαρφαλώνεις ξανά προς την κορυφή; Κατανοείς ότι πρέπει να αφήσεις πίσω σου κάποια πράγματα, να σκεφτείς επιτέλους ότι το παρελθόν οφείλει μόνο να διδάσκει για να αρπάξεις το παρόν και να κατακτήσεις το μέλλον;

Μέσα από τους ζωντανούς διαλόγους, με ένα αφηγηματικό ύφος που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, με τόλμη αλλά και ανθρώπινη σοφία, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει και ξεγυμνώνει την κοινωνία που εμείς οι ίδιοι φτιάξαμε. Μας δίνει το λαβύρινθο, μας δίνει και το νήμα που θα ακολουθήσουμε για να βρεθούμε στο κέντρο του και πάλι έξω. Η εγγύηση είναι ότι η περιπλάνηση θα μας κάνει πιο ανθρώπινους, πιο δοτικούς και λιγότερο απόλυτους, θα μας ωθήσει να κατανοήσουμε τα δικά μας πάθη, φοβίες και εμμονές.

«Περίμενα να πάρω την περιουσία του Χαντρινού για να κάνω καλύτερη τη μίζερη ζωή μου! Την περιουσία την πήρα, αλλά η ζωή μου δυστυχώς δεν έγινε καλύτερη….Δεν έγινα καλύτερη μάνα! Δεν έζησα όλα αυτά που επιθυμούσα…Τώρα που μπορώ να γυρίσω το κεφάλι στο παρελθόν, αντιλαμβάνομαι το σκόρπισμα και τη χασούρα σ’ όλο τους το μεγαλείο…Ξόδεμα ψυχής και συναισθημάτων…Αυτό είναι το δικό μου πόρισμα. Τα λεφτά και τα σπίτια είναι μία χίμαιρα…Εμένα τουλάχιστον δεν με έκαναν περισσότερο ευτυχισμένη…» Ψυχές που δεν τις ζέστανε η αγάπη, εκδόσεις Ωκεανός, σελ. 510.

Ψυχές που δεν τις ζέστανε η αγάπη: Εκεί όπου ο μύθος και η πραγματικότητα αντιπαλεύουν στα κύματα του ίδιου χωροχρόνου

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Στόμιο, εκεί όπου μια ακριβή ανάσα φέρνει τη λύτρωση.

Νέδα: το μοναδικό θηλυκό ποτάμι της Ελλάδας παραπέμπει στη νύμφη της αρχαιότητας από όπου πήρε το όνομά του. Η Νέδα ήταν αυτή στην οποία η Ρέα παρέδωσε το Δία για να τον προστατέψει από τον Κρόνο. Η θεότητα των νερών θήλασε το μικρό Δία και μαζί με τις αδελφές της τη Θεισόα και την Αγνώ, τον έλουσε στο κεφαλάρι στο Λύκαιο όρος.

Οι κάτοικοι της Φιγαλείας λούζονταν στα νερά της Νέδας για να αποκτήσουν δύναμη.

Το φαράγγι της Νέδας μοιάζει με ένα χαμένο παράδεισο που καλεί τον επισκέπτη για εξερεύνηση. Κάπως έτσι επιχείρησα να κάνω τη διαδρομή αφενός για να γνωρίσω από κοντά την περιοχή και αφετέρου γιατί «Η ακριβή ανάσα του νερού» όδευε προς το τέλος της και το τέλος της δικής της μυθιστορηματικής διαδρομής βρισκόταν ακριβώς εκεί. Καλό το διαδίκτυο και οι φωτογραφίες, ακόμη καλύτερη η επιτόπια έρευνα.

Φθάνοντας στο χωριό Πλατάνια και κοιτώντας προς τα κάτω, το φαράγγι της Νέδας απλώνεται σε όλο του το μεγαλείο, άλλο ένα σύνορο ανάμεσα στην Ηλεία και τη Μεσσηνία ενώ πέρα ο ανοιχτός ορίζοντας δίνει το εύρος του μέχρι το Ιόνιο πέλαγος. Το χωμάτινο μονοπάτι προσφέρεται για τους λάτρεις της πεζοπορίας οποιαδήποτε ώρα δεν υπάρχει η κίνηση από αυτοκίνητα και τζιπ (το μόνο τελικά ενδεδειγμένο μέσο) και η κατάβαση μέσα από συνεχή και κακοτράχαλα φιδογυρίσματα ξεκινά. Αγνοώντας τη σκόνη, το ταρακούνημα και τη ζέστη, ο περίεργος φυσιολάτρης αποζημιώνεται μετά από τρία και μισό περίπου χιλιόμετρα. Φθάνοντας στο γεφύρι ξέρεις πια ότι το αφρισμένο ποτάμι συνεχίζει μια μαγευτική πορεία που αν θέλεις να δεις το πιο λαμπρό της σημείο, θα πρέπει να υπομείνεις λίγο ακόμα. Κάπου εκεί ξεκινά το μονοπάτι μόνο για περιπατητές που μετά από αρκετή ανηφόρα παίρνει να κατηφορίζει μέσα από πλατάνια, πουρνάρια, αγριοσυκιές και βελανιδιές. Η έντονη μυρωδιά της ντόπιας χλωρίδας διάχυτη παντού, το ίδιο και η βουή του νερού ώσπου εκεί που λες πως παρέδωσες τα όπλα και αυτή η διαδρομή δεν είναι τίποτα άλλο από μία δοκιμασία πίστης και θέλησης, φτάνεις στο πλάτωμα. Και αποζημιώνεσαι δια παντός!

Δύο καταρράκτες, δύο πλατώματα, δύο λίμνες, ένα γεφύρι και η βουή του νερού που σου παίρνει τα αυτιά. Από πάνω μη ορατό όμως από αυτό ακριβώς το σημείο, λες και το θεϊκό χέρι το απόθεσε προσεκτικά στα γιγαντιαία κόκκινα βράχια, το εκκλησάκι της Παναγίτσας και δίπλα του μια σπηλιά ασκητή. Μαγεία! Θα μπορούσε να είναι ένας ιδιότυπος παράδεισος αν δεν παρατηρούσες το σχοινί που απλώνεται παράλληλα με τα θεόρατα στιλπνά βράχια. «Τι χρειάζεται αλήθεια το σχοινί σε αυτό το σημείο;» θα ρωτήσει ο ανυποψίαστος επισκέπτης. Μα είναι το Στόμιο, το μαύρο σπήλαιο που ξανοίγεται σε αυτούς τους κατακόρυφους γρανίτες. Όποιος το περάσει, περνά μαζί και μια δοκιμασία ζωής και ψυχής. Παγωμένα νερά όπου πρέπει να κολυμπήσεις, απόκοσμη ατμόσφαιρα, το φτεροκόπημα των νυχτερίδων ανάμεσα στις πτυχές του γρανίτη, λιγοστό φως σε αυτό το τούνελ που το μήκος του είναι κάτι λιγότερο από εκατό μέτρα.

Στην έξοδο του σπηλαίου, αφήνεις μια τελευταία ακριβή ανάσα κι εκεί σε περιμένει πια η λύτρωση, καθώς ξεκινά το πιο ήρεμο τμήμα που ποταμού, ακριβώς στο σημείο που οι αρχαίοι Φιγαλείς έδεναν τα πλεούμενά τους.

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Όλα τα καλά τελειώνουν γρήγορα.

Μπορεί η εκπλήρωση ενός ερωτικού απωθημένου να σημάνει την ολοκλήρωση της προσωπικής ευτυχίας;

…Τίποτα δε χαρίζεται στη ζωή. Ούτε καν μια δόση ευτυχίας. Μια βδομάδα μετά την απονομή, οι καλές ημέρες είχαν τελειώσει για τη Μαρίτα. Καθισμένη στην αίθουσα του αεροδρομίου, κοιτούσε αναποφάσιστη το εισιτήριό της. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μακάρι να γυρνούσε έστω και μια μέρα πίσω, τότε που αγνοούσε τα πάντα. Για μια ακόμη φορά έβλεπε πόσο λάθος είχε κάνει. Είχε πιστέψει το Μίρο, το μοναδικό άντρα που την είχε κάνει να νιώσει απόλυτα γυναίκα. Θυμήθηκε τα λόγια της Στεφανίας. Με ποιον ήταν ερωτευμένη αλήθεια, με τον άνθρωπο ή την ιδέα του, την εικόνα που χρόνια τώρα είχε πλάσει στο μυαλό της; Η κρίση της είχε αποδειχτεί ανεπαρκής, και η εμπιστοσύνη που του είχε δείξει τεράστια. Πόσο λίγο τον γνώριζε αλήθεια! Αρκούσαν οι ώρες του έρωτα, η βαρκάδα στο Σπρέε, η επίσκεψη στο Σαν-Σουσί και τα ρομαντικά δείπνα, για να αντιληφθεί ποιος πραγματικά ήταν ο Μίρο Κραφτ; Αρκούσαν οι εκδηλώσεις θαυμασμού από τις συμπατριώτισσές του για να την κάνουν περήφανη για τον άντρα που είχε δίπλα της; Όχι, όλα αυτά αποδείχτηκαν εντελώς άχρηστα….

«Η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, Σελ.166

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Περιοδικό Αντί χ Λόγου, τεύχος 11

Το αντί χ λόγου είναι ένα τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό που εκδίδεται στα Ιωάννινα και διανέμεται δωρεάν σε όλη την Ελλάδα. Η ύλη του περιλαμβάνει διηγήματα, ποιήματα και άρθρα σχετικά με την τέχνη και τη λογοτεχνία.

Μόλις κυκλοφόρησε το 11ο τεύχος 11ο τεύχος στο οποίο συμμετέχουν οι: Νικόλαος Φωτιάδης, Βασιλική Νευροκοπλή, Άννα Νιαράκη, Θοδωρής Βοριάς, Τζόρτζια Νάστα, Άντρη Αντωνίου, Ευρυδίκη Αμανατίδου, Νικολέτα Δεληβογιατζή, Ευάγγελος Ευθυμίου, Γιάννης Πλιώτας, Μιχάλης Πιτένης, Άγγελος Σαμιώτης, Άγγελος Μητσόπουλος, Μέλπω Παπαγιάννη, Ελένη Μπάρκα, Ιωάννα Σαμαρά.

Σε αυτό το τεύχος το αντί χ λόγου μού έκανε την τιμή να φιλοξενήσει το διήγημά μου με τον τίτλο «το παλτό» που θα βρείτε στη σελίδα 18

Το βίντεο που ακολουθεί φτιάχτηκε με πολύ μεράκι και αγάπη από τη φίλη Χρύσα Μπαλαμπάνη την οποία και χιλιοευχαριστώ!!!

Μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε δωρεάν όλα τα τεύχη του περιοδικού πατώντας το σύνδεσμο:

http://www.issuu.com/antiepilogou/docs/antiepilogou11o

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Μια νύχτα κι ο κόσμος αλλάζει!

Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, μια διχοτομημένη πόλη βλέπει το μέλλον με άλλα μάτια. Αυτή την κοσμοϊστορική νύχτα γίνεται μια μικρή ανάσταση. Το σύμβολο του μίσους καταποντίζεται και μια νέα εποχή ξημερώνει.

…Το Βερολίνο! Μια πόλη αντιθέσεων, προπολεμικός παράδεισος που εδώ και δεκαετίες οι συμμαχικές δυνάμεις, το μίσος και η προπαγάνδα είχαν χωρίσει στα δύο. Αυτά σκεφτόταν η Μαρίτα, την ώρα που ξέπνοη σχεδόν κοιτούσε την πύλη του Μαγδεμβούργου, το κοινό πλευρό των σιαμαίων. Η παγωνιά τρυπούσε το σώμα της, καθώς το βλέμμα της καρφώθηκε στο φυλάκιο. Ο κόσμος γύρω της ήταν αφύσικα πολύς, ένα πλήθος που βούιζε. Η Μαρίτα έτριψε τα γαντοφορεμένα χέρια της κι αναρωτήθηκε αν ο Νοέμβριος ήταν τόσο τουριστικός μήνας. Έριξε μια τελευταία ματιά στην πινακίδα που προειδοποιούσε τον ανύποπτο περαστικό πως από αυτό το σημείο έμπαινε στον ανατολικό τομέα, κι απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το τείχος έκανε και τον πιο αδαή να αναρωτιέται πώς ένας σωρός άψυχες πέτρες έφτανε για να χωρίσει ανθρώπους με κοινή καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία-τον αδελφό από τον αδελφό. …

…«Το τείχος άνοιξε!» Οι τρεις λέξεις ήχησαν παράδοξα μέσα στην ξαφνική νεκρική σιγή. Από την άλλη άκρη της αίθουσας κάποιος ξερόβηξε. Πέρασαν μερικά λεπτά που κανείς δεν κουνιόταν, λες και χρειαζόταν να χωνέψουν αυτό που έμελλε να αποτελέσει το γεγονός του εικοστού αιώνα. Και ξαφνικά, άνθρωποι από όλες τις μεριές της αίθουσας σηκώνονταν και αγκαλιάζονταν.

Η Μαρίτα παρατηρούσε αποσβολωμένη τους Γερμανούς να κάνουν σαν τα μικρά παιδιά, ώσπου συνειδητοποίησε πως ο πόλεμος είχε κοστίσει και σ’ αυτούς, χωρίζοντας οικογένειες με όγκους τσιμέντου και τούβλων. Επί είκοσι οκτώ χρόνια, χιλιάδες άτομα περίμεναν πίσω από τα συρματοπλέγματα, μέχρι να αντικρίσουν ένα γνώριμο πρόσωπο.

Η συγκίνηση έμοιαζε συμπυκνωμένη σαν ατμός. Κάποιοι άρχισαν να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο. Δυο σερβιτόροι έσπρωξαν στην αίθουσα ένα τραπέζι με μια τηλεόραση. Τα κανάλια το ένα μετά το άλλο πρόβαλλαν το απίστευτο νέο. Εικόνες εναλλάσσονταν, τα πλήθη των διαδηλωτών των προηγούμενων ημερών, οι ανθρώπινες αλυσίδες, τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα από την αγωνία για τη διεκδίκηση του αυτονόητου, οι συνοριακοί φρουροί να διαφυλάσσουν το πόστο τους σαν τόπο ιερό, και από την άλλη ο κόσμος που ξεχυνόταν στους δρόμους, απ’ τη μεριά του Δυτικού Βερολίνου αυτή τη φορά. Είκοσι οκτώ χρόνια είναι πάρα πολλά για μια διχοτομημένη πόλη. Η κάμερα μετατοπιζόταν, έπιανε παλάμες να σκουπίζουν αμήχανα δακρυσμένα μάτια, νοτισμένα μάγουλα, ανακατεμένα μαλλιά, καθώς Ανατολικοί και Δυτικοί κατευθύνονταν σαν να τους τραβούσε μαγνήτης προς το ίδιο σημείο…

«Η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 139, 143-144.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Ποιος είναι αυτός ο πολυτάλαντος σκηνοθέτης;

Μαρίτα-Μίρο: Οι πρώτες συναντήσεις τους είναι από αδιάφορες έως επεισοδιακές. Εκείνη τον βρίσκει υπερφίαλο, εκνευριστικό, απρόσιτο, στερούμενο γοητείας. Εκείνος πάλι δεν την βρίσκει τίποτα απολύτως, γιατί απλούστατα δεν την έχει προσέξει. Αλλά έτσι γίνονται αυτά και είναι από τα λίγα όπου η ζωή και τα μυθιστορήματα συμβαδίζουν. Τα αισθήματα αλλάζουν καθώς τα συναισθήματα εναλλάσσονται και αυτά.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί η Μαρίτα διαβάζει και ξαναδιαβάζει ένα άρθρο που αναφέρεται στον βίο και την πολιτεία του αγαπημένου της σκηνοθέτη.

...Μια ολόκληρη σελίδα ήταν αφιερωμένη στον πολυτάλαντο νεαρό καλλιτεχνικό διευθυντή του IDA, μια χειμαρρώδης συνέντευξη που αποκάλυπτε όσα ο κύριος Κραφτ είχε αποφασίσει να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό.

(Η Μαρίτα) Διάβασε μονορούφι το άρθρο, και μετά και μια δεύτερη φορά, λες και ήθελε να αποθηκεύσει στη μνήμη της πως ο άντρας με τον οποίο ήταν βλακωδώς ερωτευμένη είχε κλείσει μόλις τα τριάντα. Παρότι Γερμανός, είχε σπουδάσει στην Πράγα όπου είχε ζήσει αρκετά χρόνια, πριν γυρίσει στο Δυτικό Βερολίνο για να πειραματιστεί με τη συνύπαρξη Μαύρου Θεάτρου και Καμπαρέ. Οι σατιρικοί του αυτοσχεδιασμοί δε φάνηκαν να σοκάρουν τους συμπατριώτες του, οι οποίοι αντίθετα τον έχρισαν το χαϊδεμένο τους παιδί. Ανήσυχο πνεύμα ο ίδιος, όντας ανίκανος να μείνει για πολύ σε έναν τόπο, άλλαξε και πάλι κατεύθυνση, ακολουθώντας το Ρήνο και κάνοντας ορμητήριό του τη βορειοδυτική Βεστφαλία, και συγκεκριμένα την πόλη όπου γεννήθηκε, το Ντίσελντορφ. Αυτή τη φορά ασχολήθηκε με το αρχαίο ελληνικό δράμα, σπάζοντας το κατεστημένο, καθώς στα χορικά συμμετείχε το ίδιο το κοινό. Από το 1980 έως το τέλος του 1981, ο Μίρο Κραφτ είχε και πάλι στραφεί αλλού, καθώς ολοκλήρωσε επιτέλους την ταινία που είχε στο μυαλό του από τα εφηβικά του χρόνια. Ο χορευτής σε στάση ελευθερίας τάραξε για μια ακόμα φορά τα νερά, καθώς ο σκηνοθέτης παρακολουθούσε το οδοιπορικό μιας χορευτικής ομάδας στις επαρχίες της Τσεχοσλοβακίας, δίνοντας τη δική του εκδοχή για τη γέννηση, την ύπαρξη και το θάνατο. ....

«Η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 77-78.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Μια εκκολαπτόμενη ηθοποιός (μέρος δεύτερο)

Τα πάθη της Μαρίτας δεν έχουν τέλος καθώς καλείται να υποδυθεί τη Μήδεια στην «ιερά εξέταση» που την υποβάλλει ο σκηνοθέτης με τον οποίο είναι απελπισμένα ερωτευμένη. Το διπλό απόσπασμα που θα ερμηνεύσει αυτή τη φορά είναι από τη Μήδεια του Ανούιγ. Στο θεατρικό του ο Ανούιγ δε δίνει μόνο έμφαση στην αγριότητα και το πάθος της προδομένης βασίλισσας, αυτής της βάρβαρης μάγισσας, αλλά και παρουσιάζει ανάγλυφα το πόσο η βαναυσότητα μπορεί να κρύβει τον πόνο και την ευαισθησία εκείνου που ενεργεί με αυτό τον τρόπο.

…«Τι συντηρητισμός! Έχεις καταλάβει πως είναι η Μήδεια αυτή που μιλάει και όχι η μικρή αθώα Μαρίτα; Ξέχασε ποια είσαι, άδειασε το μυαλό σου!» Ανυπόμονος, έψαξε το δικό του γερμανικό κείμενο. «Ποια είναι η Μήδεια; Συναισθήματα! Τώρα!» Οι μονοκόμματες προσταγές του ήταν ένας καλός τρόπος να αφυπνιστεί η κοπέλα, που εκείνη την ημέρα έμοιαζε ανίκανη να συγκεντρωθεί.

«Μίσος, εμμονή, πάθος…» απαρίθμησε η Μαρίτα διστακτικά.

«Πυρά, Ιερά Εξέταση! Πες μου!»

«Μάγισσα, διαβολική λατρεία».

«Ακόμα κάτι!»Ο Μίρο είχε σηκωθεί απειλητικός και την κοιτούσε πίσω από τα μισόκλειστα μάτια του.

«Πόθος, λαγνεία!»

«Τώρα παίξε τη Μήδεια! Όχι αυτό που είπες, αλλά το κομμάτι λίγο πριν την κάθαρση, εκεί που επικαλείται το θεό του κακού». Της χαμογέλασε αθώα ξέροντας πως αυτό θα ήταν μια μεγάλη δοκιμασία για την ίδια. Καθώς την έβλεπε να φυλλομετράει τη δική της μετάφραση, γνώριζε ήδη την αντίδρασή της.

Η Μαρίτα τού έριξε μια τρομαγμένη ματιά.

«Δεν μπορώ να το πω!»

«Κάνεις πάλι σαν παιδί! Τι είπαμε χθες;»

Ξανά και ξανά άκουγε τη μικρή να προσπαθεί, και όσο έβλεπε τα μάτια της να συννεφιάζουν και τις σταγόνες του ιδρώτα να κυλάνε στο πρόσωπό της από την υπερένταση και την αποπνιχτική ζέστη της βραδιάς τόσο κάτι παράξενο θέριευε μέσα του. Θα μπορούσε να το αποκαλέσει ηδονή από το βασανιστήριο στο οποίο την υπέβαλλε, νιώθοντας την ντροπή της κάθε φορά που την έβαζε να προφέρει τις λέξεις με τις οποίες η Μήδεια καλούσε ερωτικά το θεό του μίσους και του κακού.

«Αν δεν έχεις ανάλογες εμπειρίες, μπορείς τουλάχιστον να τις υποκριθείς. Αν σου ζητούσα να κάνεις ένα δολοφόνο, θα έπρεπε να έχεις σκοτώσει κιόλας;» της είπε αυστηρά. Ήταν όμως πεισματάρα, το παραδεχόταν τώρα καθώς παρατηρούσε το πρόσωπό της να αλλάζει και μετά να παίρνει μια ανάσα και να ξεκινάει πάλι από την αρχή.

«Κάπως καλύτερα, μπορείς όμως κι άλλο! Πες ξανά τον προηγούμενο μονόλογο. Φαντάσου πως είμαι ο Ιάσονας, άρπαξέ μου τα χέρια και πες τα λόγια χωρίς να πάψεις να με σφίγγεις».

Το πρόσωπό της είχε θυμό, θυμό ανακατεμένο με κάτι ακόμη, που αναγνώρισε καθώς την κοιτούσε έντονα, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του, χωρίς να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του. Μίσος και πόθος ήταν τα λόγια της, που επιτέλους τα ένιωσε να περνάνε μέσα από τα χέρια της στα δικά του, κι από εκεί στις φλέβες και το αίμα του….

«Η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ.112-114.