Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Το γράμμα στο Νεραιδάλωνο

Την άνοιξη του 1941, η Γερμανία θορυβημένη από την αποτυχία των Ιταλών κατακτά την Ελλάδα. Η χώρα εξ αρχής αποκόπτεται, ο κατακτητής την απομυζεί, οι σύμμαχοι αποκλείουν τους θαλάσσιους δρόμους και έρχεται ο χειμώνας του 41 με το βαρύ κρύο και την διακοπή των σιδηροδρομικών δρομολογίων να επιδεινώσει την τραγική κατάσταση.

Στο μυθιστόρημά μου «η ακριβή ανάσα του νερού», ένας εφηβικός έρωτας γεννιέται ανάμεσα στο Φίλιο και τη Φωτεινή που ζουν κάπου στα Αρκαδικά βουνά και ανταλλάσσουν τα μηνύματά τους αφήνοντάς τα κάτω από μια πέτρα στο Νεραιδάλωνο.

…Μετά ήρθε η Κατοχή και οι καιροί δυσκόλεψαν, οι χειμώνες γίνανε πιο άγριοι στα βουνά, ο κόσμος πεινούσε, κρύωνε.

Αγαπημένε μου

Η μάνα μου λέει πως είμαι τρελή που γυρίζω έξω, τώρα που άλλαξαν τα πράγματα. Φοβάται τους Γερμανούς. Ποιος δε φοβάται αλήθεια; Όμως πρέπει να φάμε και να ζεσταθούμε. Το κελάρι μας είναι άδειο, τα ξύλα σωθήκανε. Σήμερα ξεκινήσαμε από τα χαράματα με τον πατέρα να μαζέψουμε ό,τι κλαδιά είχαν πέσει απ’ τον αέρα, να προλάβουμε μην και τα πάρουν άλλοι. Πώς έχουμε γίνει έτσι; Αγώνας να ανασάνουμε, αγώνας να ζήσουμε. Έρχεται σκληρός χειμώνας και η ψυχή μας μαύρισε, όπως μαυρίζει και μαραζώνει το ψωμί, που κι αυτό σώθηκε. Η μάνα βλέπει μακριά και είναι σκληρή. Μάζεψε γκόρτσα, δυο σακιά ολόκληρα, και τα άλεσε μονάχη στο μύλο του καφέ, γιατί φοβότανε να τα πάει στον Καρβούνη, μην και τις τα κλέψουν. Κατάντια μας, να τρέμουμε μη χάσουμε αυτά που μέχρι τώρα είχαμε για τα γουρούνια! Και τι έβγαλε; Μερικές οκάδες, ο Θεός να το κάνει αλεύρι. Τα χέρια της δεν τα λυπήθηκε, που φουσκώνανε και πιαστήκανε και οι φλέβες της πετάχτηκαν σαν τα πράσινα τα μαγιόφιδα; Αλίμονό μας αν αρρωστήσει. Μας φτάνει ο αδερφός μου που γύρισε απ’ τον πόλεμο με κρυοπαγήματα κι απόμεινε κουτσός….

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ.58-59.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Ρίκη Ματαλλιωτάκη: Η αγάπη νίκησε το χρόνο

Ένας μισεμός για πάνω από είκοσι πέντε χρόνια. Η Αγγελική και ο Αναγνώστης θυμούνται ο καθένας για τους λόγους του την πιο ευτυχισμένη αλλά σύντομη στιγμή της ζωής τους.

Εκείνη, βουτηγμένη στα μαύρα και απομονωμένη όχι από την ερημιά του τόπου και την κακοκαιρία αλλά εκείνη των ανθρώπων:…Σαν την ψυχή μου…που άδικο χιόνι, σε άδικη ώρα, έθαψε αλύπητα κάτω από τους σβόλους του όσα μικρολούλουδα τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι…ρουφούσε για να μην την καταβρέξουν άλλο, όσα προλάβαινε από τα δάκρυα που έτρεχαν βιαστικά από τα μάτια της…έπεφταν για να γίνουν όπως κάθε βράδυ, ο μοναδικός της σύντροφος

Εκείνος, την ίδια στιγμή άγνωστος στον τόπο του μπαίνει στο καφενείο του χωριού, η περιέργεια όμως και η φλυαρία των άλλων δεν αγγίζουν το δικό του αντιπάλεμα. Η καρδιά του χτυπά παραμερίζοντας τη λογική καθώς ακολουθεί το δρόμο της πρώτη φορά μετά τόσα χρόνια …Μια δύναμη όμως παράξενη, πανίσχυρη και ακατάλυτη, μια δύναμη που σαν από θαύμα μπορεί να βασιλεύει στις καλύβες, στα χαμώσπιτα και στα σκουπίδια με την ίδια αξιωσύνη που βασιλεύει και στα παλάτια, η δύναμη της ελπίδας, ήτανε αυτή που η δική της φωνή μίλησε και ακούστηκε στο τέλος δυνατότερα «μη μιλάς εσύ λογική, του είπε, δεν σου πέφτει λόγος, παραμέρισε κι άφησε να ακουστεί απόψε μονάχα το χτύπημα της καρδιάς»…

Κι όσο ο Αναγνώστης προχωράει σε μέρη ίδια κι αλλιώτικα μαζί, ο νους του πάει πίσω όταν τυφλώθηκε από τις σειρήνες και τα αυτιά του άκουγαν μόνο το δικό τους τραγούδι, αυτό που τον πλάνεψε για την ξενιτιά. …Το σπίτι στένεψε, το χωριό στένεψε, ο εαυτός του μεγάλωσε μόνο. Και για έναν εαυτό τόσο υπεράνθρωπο, όσο πίστεψε τον δικό του, μικρά πολύ του φάνηκαν τα σύνορα εκεί πέρα.

Όμως, η όψη του σπιτιού η ρημαγμένη τον κάνει να πισωγυρίσει. Λάθος, βλακεία του, πώς πίστεψε ότι εκείνη θα τον περίμενε;…Τα χρόνια που έφυγαν σκέπασαν με λήθη τη θύμησή μου..

Εκείνη όμως βρίσκεται εκεί με μια παλιά φωτογραφία κι ένα γαριασμένο νυφιάτικο, αλώβητη από την κακία των ανθρώπων. …Όποιος πράγματι αγαπά, μα μόνο αγάπη αληθινή κι όχι για άλλο, δεν γυρεύει ποτέ του απολαβές και δωσίματα…

Είκοσι πέντε χρόνια μετά το μισεμό, η μέρα της Ανάστασης θα φέρει γεννήματα στη φύση και τη ζωή και μιαν ελεύθερη ανασεμιά στους πόθους του Αναγνώστη και της Αγγελικής. …Κράτησέ με σφιχτά Αγγελική, φώναζαν με απόγνωση οι πόθοι του Αναγνώστη. Δέσε με κοντά σου, καλή μου, μάζεψέ με, σκόρπισα μακριά σου τόσα χρόνια. Αέρας γίνηκα και διάλυσα, θρύψαλλα, στάχτη και πετάχτηκα, κράτησέ με Αγγελική, κράτησέ με, κράτησέ με…Πάρε με Αναγνώστη, ικέτευαν οι πόθοι οι απέναντι, πάρε με ταίρι μου και σκόρπα με, αέρας θέλω να γενώ και να διαλύσω, φλουρί και κρύσταλλο να λιώσω μέσ’ στα χέρια σου…

Σε αυτή τη νουβέλα των μόλις 86 σελίδων, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με το συμπυκνωμένο λόγο της Ρίκης Ματαλλιωτάκη. Η συγγραφέας σταλάζει το είναι της γυναικείας της ψυχής μεταδίδοντας το μεγαλείο της αγάπης, μιας αγάπης που δεν αφορά μόνο τα δύο φύλα, μιας αγάπης πανανθρώπινης. Δεν προσπαθεί να εξωραΐσει, να αποκοιμίσει ή να κανακέψει τον αναγνώστη, δεν του διηγείται απλά ένα παραμύθι με καλό τέλος. Με έντονα αποτυπωμένη στη γραφή της τη λαλιά του τόπου της που γίνεται ακόμη ένα στολίδι στο γιορντάνι του γραπτού της λόγου, η Ρίκη Ματαλλιωτάκη σκύβει πάνω στον άνθρωπο όπου χρειάζεται, δεν κάνει όμως πίσω όταν είναι να στιγματίσει τα κακώς κείμενα.

Η αγάπη νίκησε το χρόνo, γιατί η μέρα της Ανάστασης υπάρχει έστω και μια φορά στη ζωή μας.

Τα κείμενα με πλάγια γραφή είναι αποσπάσματα από τη νουβέλα της Ρίκης Ματαλλιωτάκη «Η αγάπη νίκησε το χρόνο» από τις εκδόσεις Δωρικός.

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Αυτοί που μιλούν με το νερό

Πλάσματα του μύθου και της φαντασίας, όντα με υπερφυσικές διαισθήσεις και δυνατότητες ή απλά άνθρωποι της διπλανής πόρτας που ξέρουν να αφουγκράζονται; Ανακαλύπτουν υπόγεια νερά ή κοιτάσματα μεταλλευμάτων με τη βοήθεια ενός ραβδιού που έχει διχαλωτό σχήμα, ώστε το ένα του σκέλος να το κρατά ο ραβδοσκόπος και το άλλο να παραμένει ελεύθερο. Όταν ο ραβδοσκόπος περνά πάνω από τα υπόγεια στρώματα νερού ή μεταλλεύματος, το ραβδί ταλαντεύεται με μεγάλη δύναμη προς τη μία ή την άλλη διεύθυνση. Πολλοί ραβδοσκόποι χρησιμοποιούν για τον ίδιο σκοπό μικρό εκκρεμές από ξύλινη σφαίρα, το οποίο ταλαντεύεται όταν βρεθεί πάνω από το υπόγειο στρώμα. Η πιο πιθανή εξήγηση του φαινομένου είναι ότι τόσο το νερό, όσο και τα διάφορα μέταλλα εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητικά κύματα, τα οποία έχουν την ικανότητα να ερεθίζουν το νευρικό σύστημα ορισμένων μόνο ατόμων. Ο ερεθισμός αυτός είναι τόσο έντονος, ώστε βάζει σε κίνηση το ραβδί ή το εκκρεμές καθώς τα χέρια του ραβδοσκόπου κινούνται ασυναίσθητα.

Κάποιοι θα σου πουν αν τους ρωτήσεις ότι δε νοιώθουν να έχουν ένα εξαιρετικό χάρισμα, κάποιοι άλλοι ότι αισθάνονται κάτι μεταφυσικό. Από τους τελευταίους πολλοί μπορεί άνετα να θεωρηθούν τσαρλατάνοι, αλλά για κάποιους άλλους, αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνομιλίας με το νερό και τον υπόγειο πλούτο.

Πάντως, η ραβδομαντεία ή ραβδοσκοπία είναι μία τέχνη που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Λέγεται ότι η ράβδος του Ασκληπιού συμβόλιζε αυτή την ικανότητα.

Στο μυθιστόρημα «η ακριβή ανάσα του νερού» δε θα μπορούσε να μην υπάρχει και ένας ραβδοσκόπος.

«Ο Στράτος, ο τελευταίος από τους Χράνηδες, είχε φτάσει στα σαράντα πέντε, χωρίς γυναίκα και παιδιά, με μόνη παρέα του το Ρήγα, το κυνηγόσκυλο. Κι όμως, σε αυτόν πρόστρεχαν όλοι, σαν να ήταν τα χέρια του μαγικά. Όπως έλεγαν οι γεροντότεροι, από μικρός είχε το χάρισμα, το χάρισμα που έδινε το νερό. Ο Στράτος δεν ήταν πραγματικός γιος του Θωμά Χράνη. Αυτός ο τελευταίος τον είχε βρει στο Νεραιδάλωνο, καταχείμωνο του 41, τυλιγμένο σε μια κουβερτούλα και μελανιασμένο από το κρύο και το κλάμα, ένα τόσο δα πλασματάκι τριών χρονών, αποφασισμένο όμως να ζήσει….Μέχρι ο Στράτος να μεγαλώσει, πολλοί έλεγαν ήδη πως μιλούσε με το νερό, κι άλλοι πάλι έλεγαν πως συχνά πυκνά τον έβλεπαν στο Νεραιδάλωνο να χειρονομεί στον αέρα. Σίγουρα ήταν παιδί νεράιδας, και στα μέρη τους αυτά δεν ήταν χωρατά, μα πράγματα που τα έλεγαν με τα σωστά τους. …Όλοι ημέρευαν με το λόγο του, κι ένα τσούρμο παιδιά που τον ακολουθούσαν πάντα διέδωσαν πως τα αγρίμια έβγαιναν από τις κρυψώνες τους και του έγλυφαν τα χέρια, και κάποτε είδαν ένα λύκο με κατακίτρινα μάτια να τον σιμώνει και να κάθεται ήσυχος μερικά μέτρα μακριά του. …Και ύστερα ο Στράτος άρχισε να γυρνά με ένα ραβδί διχαλωτό και να αφουγκράζεται τη γη. Τότε οι παλιότεροι, που είχαν ζήσει την έλλειψη του νερού, είπαν πως ο Θεός τους είχε στείλει ένα ραβδοσκόπο. Το παρατσούκλι Νεροστράτος έδεσε με το χάρισμά του, κι έτσι πορεύτηκε μέσα στα χρόνια, γιος της γης, του νερού και του αέρα…

Από το μυθιστόρημά μου «η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 48-49.

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Φώτης Κατσιμπούρης: Ο όρκος

9ος αιώνας μ.Χ. Σκοτεινοί χρόνοι, θέμα Νικοπόλεως.

Την ώρα που οι Σαρακηνοί πολιορκούν τη Νικόπολη, ο Κωνσταντής και η Αρετή τολμούν να ονειρεύονται ακούγοντας τα παραμύθια της βάβως, προσπαθώντας να ξεφύγουν από το παρόν με το δικό του τρόπο ο καθένας. Ο Κωνσταντής αγαπάει την ξωθιά της Αχερουσίας λίμνης και δίνει υπόσχεση αιώνιας πίστης σε αυτήν που βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών. Η Αρετή ονειρεύεται έναν ξεχωριστό άνδρα, το δικό της πρίγκιπα που θα την πάρει μακριά για να ζήσει ευτυχισμένη.

Ο θάνατος του πατέρα κατά τη διάρκεια της πολιορκίας θα ταράξει συθέμελα την οικογένεια και θα προσγειώσει τον Κωνσταντή και την Αρετή προσώρας στην πραγματικότητα. Η ζωή θα αλλάξει, ένα ένα τα αδέλφια δημιουργούν το δικό τους σπίτι, μια απειλή όμως κρέμεται σαν άλλη δαμόκλειος σπάθη πάνω από την οικογενειακή εστία.

Κι όταν η Αρετή φθάνει σε ηλικία γάμου, ο Κωνσταντής των γραμμάτων και του ονείρου, συγκρούεται με τα αδέλφια του και πείθει τη μητέρα να αφήσει τη μονάκριβή της να γίνει η παγωμένη βασίλισσα του Βορρά. Σε αντάλλαγμα δίνει όρκο βαρύ, αν τύχει ανάγκη και κακό, να τη φέρει πίσω ακόμα και πεθαμένος.

Επτά χρόνια περνούν, για άλλους πραγματικής και άλλους επίπλαστης ευτυχίας και τότε το κακό με τη μορφή της πανούκλας χτυπάει τη Νικόπολη αποδεκατίζοντας τα αδέλφια του Κωνσταντή. Η ασθένεια έχει χτυπήσει και τον ίδιο, ο όρκος όμως τον βαραίνει. Λίγο προτού συναντήσει το Μεγάλο Περαματάρη θα ενωθεί με την Αχερώ που θα του δώσει ένα δώρο-κατάρα για να φέρει πίσω την Αρετή και να τηρήσει τον όρκο του.

Το τραγούδι του νεκρού αδελφού γίνεται η έμπνευση για την εξιστόρηση ενός έπους των Σκοτεινών Χρόνων. Η παραλογή, από τις πιο γνωστές στο είδος της, έχει ταξιδέψει σε όλη τη Βαλκανική και ακόμα βορειότερα. Ο όρκος που δίνει ο Κωνσταντής στη μητέρα του, να της φέρει πίσω τη μονάκριβη κόρη που ξενιτεύεται γίνεται η αφορμή για το συγγραφέα να εξετάσει και αναπτύξει πολυεπίπεδα το θρύλο που έχοντας περάσει από στόμα σε στόμα μεταφέρει έως τις ημέρες μας ανθρώπινα συναισθήματα και ερωτήματα που γυρεύουν απάντηση.

Ο Όρκος είναι ένα άριστα δομημένο και δουλεμένο μυθιστόρημα δοσμένο από μία πένα σίγουρη και αξιοζήλευτη. Η μαεστρία της γραφής προσφέρει πλουσιοπάροχη ανταμοιβή στον αναγνώστη που ανταποκρίνεται στο κάλεσμα-πρόκληση του συγγραφέα.

Η πρώτη ανάγνωση θα χαρίσει αισθητική απόλαυση ζυμωμένη με συναισθηματική φόρτιση, θα χαρίσει ένα ταξίδι σε κόσμους άλλοτε παραμυθένιους και άλλοτε γοτθικούς, ένα ταξίδι που μένει ολοζώντανο στη μνήμη για πολλούς λόγους.

Για το σθένος και το εύρος των περιγραφών όπως η συγκλονιστική πολιορκία της Νικόπολης, εκεί που ο αναγνώστης σε απόλυτη εγρήγορση και αγωνία γίνεται μέτοχος ενός τρισδιάστατου σκηνικού μάχης, δεχόμενος φλεγόμενες πέτρες, δόρατα, ακόντια και βέλη, φοβούμενος για τη μοίρα της πόλης. Για τη μαγεία των αφηγήσεων της βάβως όταν εξιστορεί για τον Ιγγλίνο ιππότη που αναζητάει το δισκοπότηρο ή για την ορμή του αυτοκράτορα Νικηφόρου. Για το λυρικό ύφος και το διάχυτο ερωτικό συναίσθημα κάθε φορά που ο Κωνσταντής ονειρεύεται την Κυρά της Λίμνης, την ξωθιά της καρδιάς του. Για την υποδειγματική γραφή και το σεβασμό στον αναγνώστη καθώς ο μυθιστορηματικός χωροχρόνος υποστηρίζεται πιστά με τη συνδρομή ιστορικών στοιχείων και παράθεση και περιγραφή των συνηθειών της καθημερινότητας, ηθών και εθίμων, αντιλήψεων και δοξασιών. Για την κατανοητή παράθεση των ορολογιών της περιόδου.

Και έρχεται η δεύτερη ανάγνωση εντός και παράλληλη της πρώτης, δίνοντας αφορμές για στοχασμό και ανάλυση, για διάβασμα πίσω από τις αλληγορίες. Ερωτήματα που βασανίζουν αιώνια την ανθρώπινη ύπαρξη τίθενται μπροστά μας. Ο συγγραφέας και εδώ δίνει χέρι βοήθειας στον αναγνώστη θέτοντας το ερώτημα και δίνοντας τις δικές του απαντήσεις. Γιατί η διαφορά του συγκεκριμένου μυθιστορήματος από την παραλογή είναι ότι ο συγγραφέας τολμάει να κάνει το μεγάλο άλμα έχοντας πλήρη συναίσθηση του κόστους. Στην παραλογή, ο Κωνσταντής έχοντας εκπληρώσει τον όρκο του γυρίζει στον κόσμο των νεκρών. Στον Όρκο, το μαρτύριό του έχει συνέχεια, γιατί καθώς δεν ανήκει ούτε στον κόσμο των ζωντανών αλλά ούτε και σε αυτόν των νεκρών, δεν έχει λύτρωση. Σαν να είναι αιώνια η τιμωρία του επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει, να επαναστατήσει, να τελέσει την ύβριν απέναντι στη ζωή και το θάνατο, να ανατρέψει όλους τους φυσικούς νόμους. Ο ίδιος ο Κωνσταντής αμφισβητεί τελικά την ενοχή του και χλευάζει το θάνατο. Οι έννοιες της ζωής και του θανάτου εναλλάσσονται με αυτές του βάσανου και της λύτρωσης.

Κι αν όλη μας η ζωή είναι τελικά ένα παραμύθι, έχουν τα παραμύθια καλό τέλος; Ο συγγραφέας δίνει τη δική του ερμηνεία στον αγώνα ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τι είναι η ζωή και τι ο θάνατος.

Κι αν ένας όρκος στην παραλογή χλεύασε πρόσκαιρα το θάνατο, στο μυθιστόρημα του Φώτη Κατσιμπούρη η αγάπη είναι η μόνη ικανή να το κάνει αυτό.

«Εύχομαι κάποτε το πνεύμα των θνητών να σε συντρίψει κι η εξουσία σου στα σώματά τους να είναι λογοπαίγνιο από αναμνήσεις παμπάλαιων εποχών. Και στο τέλος, άντε πνίξου, Μεγάλε Περαματάρη! Δεν είσαι παρά μια ανόητη άδεια κουκούλα»…..

«Ανάθεμα σε σένα και σ’ αυτόν! Ανάθεμα σε αυτό που γεννήθηκε ανάμεσά σας!»

Δεν είχε κι άδικο να καταριέται, μόνο η αγάπη μπορεί να ειρωνεύεται στα ίσα τον θάνατο.

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα ο Όρκος, σελ. 425, ο τελευταίος διάλογος ανάμεσα στην Αχερώ και τον αδελφό της το Μεγάλο Περαματάρη).

Ο όρκος: ένα επικό μυθιστόρημα για ένδοξα κατορθώματα, για το φως και το σκοτάδι, για τους αιώνιους εραστές.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Αναστασία Καλλιοντζή: Παράνοια

Ο όρος παράνοια έχει να κάνει με καταστάσεις που βρίσκονται πέραν της υγιούς νόησης. Σε κοινωνίες όπως οι σημερινές, καθημερινά πληθώρα περιστατικών και πληροφοριών ερμηνεύεται εσφαλμένα ή με τέτοια συναισθηματική φόρτιση ώστε το άτομο να οδηγείται σε παθολογικές συμπεριφορές με κύρια χαρακτηριστικά την καχυποψία, επιθετικότητα και εμφάνιση καταδιωκτικών συνδρόμων.

Ας αφήσουμε όμως τη θεωρία και ας περάσουμε σε κάτι πιο απτό που την αποδεικνύει περίτρανα.

Από τη στιγμή που βγήκε το μυθιστόρημα της Αναστασίας Καλλιοντζή «Παράνοια», με τράβηξε ο τίτλος, με διαφορά δευτερολέπτων το εξώφυλλο και αμέσως μετά τίτλος και εξώφυλλο άρχισαν να δημιουργούν τις πρώτες εντυπώσεις. Με την ενίσχυση της χρωματικής υποστήριξης, η εικόνα μεταπήδησε από το χαρτί στη δική μου πραγματικότητα. Ένα ήδη σαθρό κτίριο τυλίγεται σε φλόγες και ακριβώς από πάνω, ο τίτλος του μυθιστορήματος δεσπόζει ανάγλυφος με το γράμμα όμικρον υπό τη μορφή ενός κουλουριασμένου σχοινιού. Απόλυτα κατανοητό και ξεκάθαρο ότι η συγγραφέας για μία ακόμη φορά θα συνέθετε μέσα από τη μυθοπλασία ένα κόσμο ανηλεή αλλά ταυτόχρονο υπαρκτό.

Λίγες ημέρες μετά, έχοντας ολοκληρώσει πια την ενδελεχή ανάγνωση, η φόρτισή μου ήταν τόσο ισχυρή που ακόμη και σεισμός να γινόταν, καμία εντύπωση δε θα μου προκαλούσε. Γιατί το σεισμό τον είχα ζήσει καθώς καταδυόμουν στη μαγεία του ζοφερού κόσμου της Παράνοιας και θα εξηγήσω τι θέλω να πω.

Ο Σπύρος Παπασπύρου είναι ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, αξιότιμος αριστοκρατικός γόνος. Αυτά για τους άλλους βέβαια, γιατί ο ίδιος βρίσκεται ένα βήμα προτού τον καταπιεί η άβυσσος της χρεοκοπίας. Η τράπεζα καταρρακώνει την τελευταία του ελπίδα, το ιστορικό κατάστημα της οικογένειας βυθίζεται στα χρέη, οι συμφορές διαδέχονται η μία την άλλη εμπλέκοντας τον ήρωα στα γρανάζια μιας πέραν της γελοιότητας γραφειοκρατίας. Ο μέχρι πρότινος αδιάφορος και ανέμελος Σπύρος περιδιαβαίνει σε μια άλλη Αθήνα καθώς απεγνωσμένα προσπαθεί να εξοικονομήσει τα μερικές χιλιάδες ευρώ που του χρειάζονται για να κάνει το ετήσιο γενέθλιο πάρτυ της ένδοξης πάλαι ποτέ επιχείρησης και να φιμώσει τα στόματα της καλής κοινωνίας. Σωματικό και ψυχικό ράκος από μια απρόκλητη επίθεση, ο δρόμος του θα συναντηθεί με αυτόν ενός αγαθού Αφρικανού, για μια στιγμή μόνο.

Κι έτσι μπαίνει στην ιστορία ο Ροτίμι, ένας από τους χιλιάδες λαθραίους που κατακλύζουν την πρωτεύουσα. Ένα βασανισμένο πλάσμα που τράβηξε τα μύρια πάθη και τα μάτια του αντίκρισαν όλα τα δεινά του σύγχρονου κόσμου. Μόνος, ξένος, ποτισμένος με μια αγνή πρωτόγονη κουλτούρα θα βρει καταφύγιο σε ένα δημόσιο κήπο με μοναδικό σύντροφο ένα σκύλο. Αφομοιώνει τα θαυμαστά όσο και ακατανόητα χαρακτηριστικά της τερατούπολης κάνοντας ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω μέχρις ότου βρεθεί στον οίκο του Θεού και γνωρίσει τους δύο υπηρέτες Του.

Η μαεστρία, οι εμπειρίες, τα βιώματα, η ορμητικότητα μα πάνω από όλα η ανθρώπινη συνείδηση της συγγραφέως συνθέτουν ένα ψυχολογικό θρίλερ που αποτελεί υπόδειγμα γραφής. Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο όπου παρουσιάζεται ανάγλυφη η σημερινή κοινωνία χωρίς κανέναν εξωραϊσμό, η απάθεια, η αποξένωση, η διεστραμμένη αναζήτηση μιας επίπλαστης ευτυχίας από τη μία και από την άλλη η αγνότητα που ως εκ θαύματος απαντιέται στον πιο δυσώδη βούρκο. Η πίστη στο Θείο από όπου εκπορεύεται η Καλοσύνη, η Αγάπη και το Φως αναβλύζει μέσα από μία σύγχρονη Σταύρωση όσον αφορά τον ένα ήρωα. Η επίλυση της διαμάχης με την κοινωνία με τη μέθοδο της ανταπόδοσης θα οδηγήσει σε στιγμιαία ανακούφιση τον άλλον, η συνέχεια όμως θα είναι μία ακόμη πορεία στο Γολγοθά.

Ο άνθρωπος γίνεται ή γεννιέται; Μα ακριβώς αυτή η ανθρώπινη φύση είναι που ορίζεται από την ελευθερία της βούλησης αλλά και την αυθαιρεσία της χρήσης της.

Ο Σπύρος και ο Ροτίμι ίσως είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος ή ίσως πάλι ο Σπύρος να είχε κάθε δυνατότητα να γίνει Ροτίμι, αλλά η επιλογή ήταν τελικά μόνο δική του και κανενός άλλου.

Η άνιση κατανομή του πλούτου, η τρομοκρατία της σύγχρονης ενημέρωσης, η ημιμάθεια, η καχυποψία, η επιθετικότητα συνθέτουν ένα σαθρό και ευάλωτο κοινωνικό ιστό. Εύκολα αφορίζουμε όταν παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα ασφαλείς στους τέσσερις τοίχους του προσωπικού μας φρουρίου, συμπάσχουμε προς στιγμήν και μετά ξεχνάμε, στρέφουμε τις πλάτες μας αλλού ή ακόμη φάσκουμε και αντιφάσκουμε επικροτώντας αυτό που μέχρι πρότινος καταδικάζαμε.

Και όλα αυτά, για ένα απλό λόγο: είμαστε άνθρωποι μέχρι να γίνουμε Άνθρωποι. Πόσα βήματα θα χρειαστούμε άραγε έως ότου αυτό το άλφα πεζό γίνει κεφαλαίο;

Όταν γράφονται μυθιστορήματα σαν την «Παράνοια» και διαβάζονται με ανοιχτό μυαλό και καρδιά, υπάρχει σίγουρα η Ελπίδα. Γιατί Ανάσταση χωρίς Σταύρωση δε λογίζεται.

Παράνοια: ένας κόλαφος στο σήμερα, μια ελπίδα για το αύριο.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Κατερίνα Παπανικολάου: Ραντεβού πίσω στο χρόνο

Χαρά, Αφροδίτη, Αθηνά: μία τριάδα κάθε άλλο παρά αγία, και από την άλλη μία οικογένεια γροθιά παρά την ιδιότυπη σύνθεσή της.

Τρεις γυναίκες, η γιαγιά και οι δύο εγγονές της ξεκινούν ένα ταξίδι στην Αίγυπτο με αφετηρία του το Κάιρο και τελικό προορισμό την Αλεξάνδρεια, εκεί που το αίμα της καταγωγής τις καλεί.

Τρία ονόματα και μη χωριά, καθώς οι κάτοχοί τους μοιάζουν να μη φέρουν καμία ευθύνη για την απόκτησή τους.

Η γιαγιά, η Χαρά δηλαδή, θυμίζει απόμαχο στρατηγό που μοιράζει απλόχερα τις διαταγές, αλλά φειδωλά τα χαμόγελα. Ετοιμάζεται να ρίξει μια βόμβα μεγατόνων, αλλά μέχρι την κατάλληλη στιγμή τηρεί σιγήν ιχθύος, αναπολώντας κομμάτια από τη ζωή της με τη βοήθεια κιτρινισμένων φωτογραφιών.

Η μεγαλύτερη αδερφή, η Αφροδίτη, έχει αναλάβει τα ηνία της οικογένειας, αναπληρώνοντας την απουσία των γονιών. Η εξωτερική της εμφάνιση δεν συνάδει ακριβώς με το όνομά της, σίγουρα δεν είναι η μοιραία γυναίκα, αυτό όμως οφείλεται στο ότι η ίδια έχει αντικαταστήσει τα θέλω της από δεσμευτικά πρέπει.

Η μικρότερη αδερφή, η Αθηνά, φυσικά και δεν έχει καμία σχέση με τη θεά της σοφίας. Το «άρπαξε τη μέρα» είναι το ρητό που την αντιπροσωπεύει με όσες «συμφορές» το τελευταίο συνεπάγεται.

Το οδοιπορικό στο Κάιρο θα φέρει κοντά τους ένα αλλοπρόσαλλο ζευγάρι ελληνοαμερικάνων μαζί με τον προσωπικό τους ξεναγό, τον Γιάννη, παλιά γνωριμία της Αφροδίτης. Η τελευταία έχει φτάσει ήδη στα όριά της καθώς μακρόθεν προσπαθεί να κανονίσει τις λεπτομέρειες του επικείμενου γάμου της στις ραδιοσυχνότητες του οποίου κάνει ήδη παράσιτα η άσπονδη μέλλουσα πεθερά της.

Καθένας από τους πρωταγωνιστές, αλλά και τα δεύτερα πρόσωπα του μυθιστορήματος, βιώνει αυτό το ταξίδι με ένα διαφορετικό τρόπο.

Και κάπου εκεί, περνώντας από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη, θα φτάσουν στη δική τους Ιθάκη. Θα τους αλλάξει αυτή η διαδρομή, θα είναι το έναυσμα για κάτι διαφορετικό ή θα μείνουν όλα «καλώς καμωμένα»;

Η Κατερίνα Παπανικολάου κινεί αριστοτεχνικά τα νήματα και τους ήρωές της, φτιάχνοντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό που αντιστοιχεί με ακρίβεια στην πολυπολιτισμική πρωτεύουσα της Αιγύπτου. Τα βιώματα, οι συμπεριφορές και οι αντιδράσεις των τριών γυναικών και του άντρα που «τρυπώνει» στην παρέα τους δίνονται ανάγλυφα, επιτρέποντάς μας να οικειοποιηθούμε το δικό τους ταξίδι.

Το είδος της γραφής είναι από τα αγαπημένα μου: από τη μία πιάνει τον παλμό ενός κοινού που αναγνωρίζει τις πνευματώδεις, δεικτικές ή γλαφυρές ατάκες σε συνδυασμό με τις αναφορές σε ταινίες ή περσόνες που στον μοντέρνο προσωπικό της λόγο αναφέρεται η βασική ηρωίδα Αφροδίτη. Κι από την άλλη, υποστηρίζει την επαφή με ευρύτερες ηλικιακές ομάδες καθώς τα κεφάλαια που αφορούν τη Χαρά εγκιβωτίζονται έντεχνα με μία διαφορετική οδό οπτικής και ύφους.

Το «ραντεβού πίσω στο χρόνο» είναι ένα κίνητρο για να δούμε κάτω από ένα άλλο πρίσμα όσα θεωρούμε δεδομένα. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το παρελθόν παύει να είναι μια καλώς ή κακώς φυλαγμένη ανάμνηση και γίνεται ορμητικό ποτάμι που σε προκαλεί να παλέψεις για ένα καλύτερο μέλλον.

Ραντεβού πίσω στο χρόνο: ένα δροσερό και απολαυστικό ταξίδι σε όσα ζήσαμε κι όσα ελπίζουμε να ζήσουμε ακόμα.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Η ακριβή ανάσα του νερού

Η ακριβή ανάσα του νερού είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος αλλά και η ταινία-σταθμός για την ηρωίδα, την ανερχόμενη ηθοποιό Μαρίτα Στράτου. Η συμμετοχή της στο φεστιβάλ του Βερολίνου θα ωθήσει την καριέρα της και θα σταθεί η αφορμή για να συναντήσει ξανά τον έρωτα της ζωής της, το Γερμανό σκηνοθέτη Μίρο Κραφτ. Και όπως ο κινηματογραφικός ήρωας κάνει ένα οδοιπορικό λύτρωσης από το ποτάμι προς τη θάλασσα μέχρι να εξιλεωθεί συμβολικά από τις τύψεις ενός πολέμου, έτσι και οι αντίστοιχοι μυθιστορηματικοί, η Μαρίτα και ο Μίρο, ζώντας με το βάρος μυστικών από τα χρόνια της Κατοχής, θα κάνουν το δικό τους ταξίδι έως ότου το υδάτινο στοιχείο, το νερό, συντελέσει συμβολικά και κυριολεκτικά στον εξαγνισμό και την αποκατάσταση των ισορροπιών.

Η πορεία των διαφορετικών ανθρώπινων χαρακτήρων άμεσα ή έμμεσα σχετίζεται με την ιερή, μαγευτική, θεραπευτική και αναγεννητική δύναμη του νερού που αντιστοιχεί στη ζωή και την αιωνιότητα. Το σύγχρονο και το παραδοσιακό συνυπάρχουν ξεκινώντας από την Ελλάδα της δεκαετίας του τριάντα έως την απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή και τα σκοτεινά χρόνια του εμφύλιου, συνεχίζοντας σε ένα διεθνές σκηνικό με μια Ευρώπη που αλλάζει, τη βελούδινη επανάσταση στην πρώην Τσεχοσλοβακία, την πτώση του Τείχους στο Βερολίνο και την επανένωση των δύο Γερμανιών, και καταλήγοντας στον τόπο όπου άρχισαν όλα, πίσω στη γη της Αρκαδίας εκεί όπου υπάρχουν ακόμη ραβδοσκόποι, νεράιδες και ξωτικά.