Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Το αρκαδικό τοπίο στην τέχνη και στο έργο του ποιητή Ηλία Σιμόπουλου.

Το απόλυτα ποιμενικό τοπίο της Αρκαδίας, ένα τοπίο ίσως αλλοτινών καιρών χαρίζει γαλήνη και ηρεμία στο νου, αλλά γίνεται αφορμή και για στοχασμό. Κάπως έτσι θα σκέφτονταν και εκείνοι οι παλιοί ποιητές στη θέα των δασωμένων τόπων, των ποταμιών και των πηγών.

Τα ίδια συναισθήματα προκαλούνται από έναν φημισμένο πια πίνακα του Πουσέν που φέρει τον τίτλο «οι ποιμένες της Αρκαδίας» του 1647 που εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου. Τρεις αρκάδες βοσκοί, φέροντες χιτώνες στέκονται γύρω από ένα τάφο με μια στοχαστική μελαγχολία ενώ το φόντο του πίνακα είναι ένα πολύ όμορφο τοπίο. Ο ένας από τους ποιμένες γονατισμένος διαβάζει την χαραγμένη πάνω στον τάφο επιγραφή: “et in Arcadia Ego” που μεταφράζεται ως «και εγώ στην Αρκαδία βρίσκομαι».Οι δύο ερμηνείες της επιγραφής είναι ή ότι ο άνθρωπος στον τάφο έζησε στην Αρκαδία ή (η αλληγορική) ότι ο θάνατος (που προσδιορίζεται με τη λέξη εγώ) υπάρχει και αυτός στην Αρκαδία, δηλαδή ακόμη και σε αυτό το τοπίο που αποπνέει ηρεμία, ομορφιά, γαλήνη ψυχής, ίσως και γιαυτό απεικονίζεται ο σκεπτικισμός στα πρόσωπα. Αλλά αυτό το τελευταίο κατ’ εμένα δεν καταδεικνύει στο ελάχιστο το μάταιο και τη θλίψη, αλλά το ότι ο ίδιος ο θάνατος εκστασιάζεται και υποκλίνεται μπροστά στη μαγεία του αρκαδικού τοπίου. Ακόμη όμως και με την έννοια του θανάτου ως τέλους της ύπαρξης δε μπορούμε να μη σκεφτούμε το εκ νέου ξεκίνημα της ζωής το οποίο εμπνέει η Αρκαδική γη.

Η ίδια αυτή αρκαδική γη γέννησε το μεγάλο μας ποιητή, τον Ηλία Σιμόπουλο που πολλαπλά τίμησε και τιμάει την καταγωγή του, υποψήφιο της Ελλάδας τη χρονιά που διανύουμε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Παιδί του Κραμποβού και του Λύκαιου όρους, η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα του αναβλύζει μέσα από τις τόσο απλές και συνάμα τόσο μεγάλες ποιητικές του κουβέντες. Τι να πει κανείς για αυτό το ποίημα ύμνο στο χωριό του, το σημερινό Καστανοχώρι, μία πανέμορφη φωλιά τριγυρισμένη από πανήψυλες και βαθύσκιωτες περήφανες αρκαδικές καστανιές. Ένα ποίημα γεμάτο πόνο και λυρισμό, αυτά που το παρελθόν και το παρόν έχουν αποτυπώσει στην αρκαδική γη.

Κραμποβός
Λαμπρό μου όνειρο
Θαμμένο

Στα βάθη του χρόνου.
Είμαι το αίμα σου που τραγουδά

Που τολμά να τραγουδά
Με το θάνατο στα χέρια.
Ανηφορίζοντας τις πλαγιές του Λυκαίου

Κάτω από ερείπια ναών
Ή πλατύφυλλα δένδρα που ανθίζουν
Στις νεκρές πια πλατείες σου
Πουλί της στάχτης και της φωτιάς

Αναζητώ το σώμα σου
-της μνήμης έγκλειστος-
ανάμεσα σε πέτρα και άργιλο
ανάμεσα σε σκυθρωπές
βομβαρδισμένες πολιτείες
κι εταιρείες μ' αναρίθμητα κεφάλαια.
Χωριό μου σταυρωμένο

Που σε μίσησε ο Εγκέλαδος
Προσκυνητής σου ταπεινός
Κυνηγημένος ασυμβίβαστος
Φιλώ το χώμα που με γέννησε
Και καμαρώνω
Τη μεγαλοπρέπεια των βουνών
Που σιωπηλοί πέτρινοι γίγαντες
Μεσ' στους αιώνες άγρυπνοι
Φρουρούν αγέραστοι τη μνήμη σου.

Ο ποιητής τολμά να κάνει όνειρα, τολμά να τραγουδήσει, να υψώσει βροντερή φωνή, να αφυπνίσει. Δεν επιδιώκει να οικτίρει, δε θυμοσοφεί, παρά δείχνει την αγάπη του προς τα άγια χώματα που τον γέννησαν, την αγάπη στη γη, την πίστη στον άνθρωπο που θρέφεται από αυτή την ίδια γη. Θρέφεται σαν οργανισμός και θρέφει παράλληλα τα δικά του όνειρα, όνειρα κατάκτησης του ιδανικού. Προσκυνά το χώμα που τον γέννησε περήφανος για τον τόπο του, πιστός ,παρά το πέρασμα του χρόνου, τις κακουχίες και τα βάσανα, σαν κι εκείνον φρουρός μιας άδολης μνήμης.

Μεγάλο μέρος του έργου του ποιητή μελοποιήθηκε: η “Αρκαδική Ραψωδία” του 1958 μελοποιήθηκε από το μουσικοσυνθέτη Ιωσήφ Μπενάκη .Από τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί “Ο Φονιάς” από τον Ιωσήφ Μπενάκη, “Ο Θρήνος της Μάνας” από τον Γιάννη Σπανό, επίσης το ίδιο ποίημα μελοποιήθηκε από τον Ιωσήφ Μπενάκη καθώς και “Ο ύμνος της ειρήνης”.Το ποίημα “Ναυάγιο” μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Teo el Greco στη Νέα Υόρκη, και ο “Ύμνος στα Λύκαια” από τον Ηλία Στασινό.Επίσης το ποίημα “Βιετνάμ” μελοποιήθηκε και από τον Φαίδωνα Πρίφτη και κυκλοφόρησε σε δίσκο.Το 2005 μελοποιήθηκε το ποίημα «το στάδιο των Λυκαίων» από τον Αρκάδα συνθέτη Βαγγέλη Σταυρόπουλο και συμπεριελήφθη στο έργο του «et in Arcadia ego».


ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΛΥΚΑΙΩΝ

Ξένε στον τόπο αυτό που μπήκες
χιλιάδες σε υποδέχονται Λυκαιονίκες
για να σου πούνε μ’ ένα στόμα όλοι μαζί
πως το ωραίο δεν πεθαίνει. Πάντα ζει.
Βάλε τ’ αυτί στην πέτρα και στο χώμα
ν’ ακούσεις προαιώνια μυστικά κι ακόμα
θρύλους πανάρχαιους που αιώνες κουβαλάει
ο θείος Αλφειός που ατέλειωτα κυλάει
Εδώ σ’ αυτή τη γη του Πάνα και του Δία
χρόνια πολλά πριν πάει στην Ολυμπία
άναψε κι έλαμψε του Ολυμπισμού η δάδα
το φως της να σκορπίσει περ’ απ’ την Ελλάδα
Σ’ όλο τον κόσμο στην απέραντη οικουμένη
τη μόνη αλήθεια στους αιώνες να σημαίνει
πως στη ζωή το αγαθό το πιο μεγάλο
είναι η λευτεριά με την ειρήνη. Τίποτ’ άλλο

Ο ποιητής με αισιοδοξία μεταφέρει το παναθρώπινο μήνυμα του Ολυμπισμού και της ευγενούς άμιλλας, τη δύναμη του ελληνικού φωτός που η δάδα του φέγγει πεισματικά μέσα στα σκοτάδια για να διακηρύξει ότι η λευτεριά και η ειρήνη είναι τα πιο μεγάλα αγαθά. Και μόνο αυτοί του οι στίχοι αποτυπώνουν τη μεγαλειώδη ποίησή του και αποτελούν το δικό του και δικό μας έπαθλο, ένα βραβείο που απονέμεται καθημερινά καθώς επαναλαμβάνουμε τα ιερά του λόγια. Γέφυρες χτίζει με αυτά τα ποιήματα, πονήματα, δημιουργήματα, χέρι απλώνει σε όλους μας, μας λούζει με μια βροχή ελπίδας, στοχάζεται και στοχαζόμαστε μαζί του!

ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ

Ξαναγυρίζω σε σας νοσταλγός
πατρικά χώματα. Βουνά οι φλέβες μου
ανάμεσα στη σάρκα και σε μένα
Όλα τυφλά δε με γνωρίζουν
Η πόρτα του κήπου γκρεμισμένη
ο δρόμος πνιγμένος στα βάτα
τα δάκρυα του ήλιου πράσινα
Όμως οι μνήμες αγέραστες.
Τα ζουμπούλια δίπλα στα ρόδα
οι μουριές φορτωμένες χρόνια
η μυγδαλιά με την πρώιμη άνθιση
τα γεράνια που λάμπουν στον ήλιο
Το χωριό μου είναι μικρό
Σαν ένα κουτί σπίρτων
Όμως στον ουρανό του
περήφανα τα χέρια των άστρων
χειροκροτούν την έλευσή μου
Έμφορτες βάρκες ονείρων
μ’ ακολουθούν
Χαίρε νιότη αγέραστη
Στα χέρια του πεπρωμένου
(Εσπερινός Απόλογος) 1983

Πλημμυρισμένη μικρά σπιρτόκουτα, χωριά φωλιές αετών και άλλα πάλι καταφύγια νυμφών και νεράιδων είναι η γη της Αρκαδίας. Χώματα γεμάτα μνήμες, χαράδρες και βουνοπλαγιές δασωμένες, γη της ζωής, της χαράς, της αναγέννησης, γη ποτισμένη με αγώνες και θυσίες, χώματα, βράχια και νερά που ψιθυρίζουν το βουβό πόνο του αποχωρισμού, την ελπίδα της επιστροφής, την αγάπη και τη φωτεινότητα που πηγάζουν μέσα από τις λέξεις «Νόστιμον ήμαρ».

Στο μεγάλο μας ποιητή που επί ογδόντα χρόνια καταθέτει την ψυχή του και την αγάπη του για τόπους και ανθρώπους, εκφράζω ταπεινά την ευγνωμοσύνη μου!!!

Το παραπάνω είναι η παρουσίαση της ομιλίας μου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Μεγαλόπολης, την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011, στα πλαίσια της τιμητικής εκδήλωσης για τον ποιητή Ηλία Σιμόπουλο, προταθέντα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου