Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Ένας έρωτας ανθίζει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής

Ένας έρωτας ανθίζει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής: Εκείνος ο κατακτητής, εκείνη η κατακτημένη. Όταν χτυπήσει η καρδιά, οι όροι θα αντιστραφούν. Ακούγεται ίσως κλισέ, αλλά σταμάτησε ποτέ η ζωή; Υπήρξαν οι αντίξοες συνθήκες αποτρεπτικός παράγοντας για την ανθρώπινη ύπαρξη; Τι φέρνει κοντά δυο ανθρώπους κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες; Είναι η αβεβαιότητα για το αύριο, είναι η ένταση του συναισθήματος ή η διαφορετική πορεία που ακολουθούν σχεδόν πάντα η λογική και η καρδιά;

…«Πρωτοείδα τη μητέρα σου στην αγορά του Πειραιά σε μια περιπολία. Μια ψηλή κοπέλα, ισχνή από την πείνα, με μακριά μαλλιά κυματιστά που της έφταναν έως τη μέση. Ακόμη θυμάμαι τι φορούσε. Ήταν ένα φόρεμα στο χρώμα του βερίκοκου, με μια φαρδιά ζώνη στη μέση, σφιχτοδεμένη τόσο, που φοβόσουνα πως θα πάθει ασφυξία. Το φόρεμα όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, το είχε ράψει μόνη της από κάτι παλιές κουρτίνες. Την παρατηρούσα όπως είχε σταματήσει και κοίταζε τα πορτοκάλια. Ήταν ο μήνας Οκτώβριος. Ένιωσα άσχημα, όπως κάθε φορά που έβλεπα τα πελώρια μάτια των ανθρώπων να στυλώνονται πάνω στα ελεεινά φαγώσιμα, σταφιδιασμένα κι αυτά κι αφυδατωμένα σαν τα κορμιά τους. Η μητέρα σου, σαν να κατάλαβε πως την κοιτούσα, με κάρφωσε με το βλέμμα της. Το πρόσωπό της ήταν όλο μια περιφρόνηση μαζί με ένα μεγάλο «γιατί». Γιατί πεινούσε; Γιατί βρισκόμασταν εκεί; Ποιο αρρωστημένο μυαλό είχε πάρει τις τύχες τους στα χέρια του; Χίλια «γιατί» έμοιαζαν να βγαίνουν από το στόμα της, χωρίς να σχηματίζεται κανένας ήχος. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, διάλεξα ένα πορτοκάλι, αυτό που φαινόταν το λιγότερο ζαρωμένο, και της το πρότεινα. Η δυσπιστία και η πείνα πάλευαν στα μάτια της, μέχρι που η πείνα νίκησε. Η μητέρα σου πήρε το ανέλπιστο δώρο και κρατώντας το σφιχτά σαν κάτι πολύτιμο, κούνησε το κεφάλι, και κάνοντας απότομα μεταβολή έφυγε τρέχοντας. Μπορεί και να είχα ξεχάσει το περιστατικό, αν για μέρες χωρίς να το θέλω δεν έφερνα το πρόσωπό της στη μνήμη μου. Τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της και τα δυνατά ζυγωματικά της μου θύμιζαν έναν πίνακα που η δική μου μητέρα είχε ως μόνο ενθύμιο από την πατρίδα της. Απεικόνιζε μια πριγκίπισσα που περίμενε καρτερικά στις επάλξεις του κάστρου της αυτόν που θα έσωζε την πόλη κι εκείνη μαζί…

Η ακριβή ανάσα του νερού, εκδόσεις Μίνωας, σελ.221-222.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου