Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Μια εκκολαπτόμενη ηθοποιός (μέρος δεύτερο)

Τα πάθη της Μαρίτας δεν έχουν τέλος καθώς καλείται να υποδυθεί τη Μήδεια στην «ιερά εξέταση» που την υποβάλλει ο σκηνοθέτης με τον οποίο είναι απελπισμένα ερωτευμένη. Το διπλό απόσπασμα που θα ερμηνεύσει αυτή τη φορά είναι από τη Μήδεια του Ανούιγ. Στο θεατρικό του ο Ανούιγ δε δίνει μόνο έμφαση στην αγριότητα και το πάθος της προδομένης βασίλισσας, αυτής της βάρβαρης μάγισσας, αλλά και παρουσιάζει ανάγλυφα το πόσο η βαναυσότητα μπορεί να κρύβει τον πόνο και την ευαισθησία εκείνου που ενεργεί με αυτό τον τρόπο.

…«Τι συντηρητισμός! Έχεις καταλάβει πως είναι η Μήδεια αυτή που μιλάει και όχι η μικρή αθώα Μαρίτα; Ξέχασε ποια είσαι, άδειασε το μυαλό σου!» Ανυπόμονος, έψαξε το δικό του γερμανικό κείμενο. «Ποια είναι η Μήδεια; Συναισθήματα! Τώρα!» Οι μονοκόμματες προσταγές του ήταν ένας καλός τρόπος να αφυπνιστεί η κοπέλα, που εκείνη την ημέρα έμοιαζε ανίκανη να συγκεντρωθεί.

«Μίσος, εμμονή, πάθος…» απαρίθμησε η Μαρίτα διστακτικά.

«Πυρά, Ιερά Εξέταση! Πες μου!»

«Μάγισσα, διαβολική λατρεία».

«Ακόμα κάτι!»Ο Μίρο είχε σηκωθεί απειλητικός και την κοιτούσε πίσω από τα μισόκλειστα μάτια του.

«Πόθος, λαγνεία!»

«Τώρα παίξε τη Μήδεια! Όχι αυτό που είπες, αλλά το κομμάτι λίγο πριν την κάθαρση, εκεί που επικαλείται το θεό του κακού». Της χαμογέλασε αθώα ξέροντας πως αυτό θα ήταν μια μεγάλη δοκιμασία για την ίδια. Καθώς την έβλεπε να φυλλομετράει τη δική της μετάφραση, γνώριζε ήδη την αντίδρασή της.

Η Μαρίτα τού έριξε μια τρομαγμένη ματιά.

«Δεν μπορώ να το πω!»

«Κάνεις πάλι σαν παιδί! Τι είπαμε χθες;»

Ξανά και ξανά άκουγε τη μικρή να προσπαθεί, και όσο έβλεπε τα μάτια της να συννεφιάζουν και τις σταγόνες του ιδρώτα να κυλάνε στο πρόσωπό της από την υπερένταση και την αποπνιχτική ζέστη της βραδιάς τόσο κάτι παράξενο θέριευε μέσα του. Θα μπορούσε να το αποκαλέσει ηδονή από το βασανιστήριο στο οποίο την υπέβαλλε, νιώθοντας την ντροπή της κάθε φορά που την έβαζε να προφέρει τις λέξεις με τις οποίες η Μήδεια καλούσε ερωτικά το θεό του μίσους και του κακού.

«Αν δεν έχεις ανάλογες εμπειρίες, μπορείς τουλάχιστον να τις υποκριθείς. Αν σου ζητούσα να κάνεις ένα δολοφόνο, θα έπρεπε να έχεις σκοτώσει κιόλας;» της είπε αυστηρά. Ήταν όμως πεισματάρα, το παραδεχόταν τώρα καθώς παρατηρούσε το πρόσωπό της να αλλάζει και μετά να παίρνει μια ανάσα και να ξεκινάει πάλι από την αρχή.

«Κάπως καλύτερα, μπορείς όμως κι άλλο! Πες ξανά τον προηγούμενο μονόλογο. Φαντάσου πως είμαι ο Ιάσονας, άρπαξέ μου τα χέρια και πες τα λόγια χωρίς να πάψεις να με σφίγγεις».

Το πρόσωπό της είχε θυμό, θυμό ανακατεμένο με κάτι ακόμη, που αναγνώρισε καθώς την κοιτούσε έντονα, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του, χωρίς να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του. Μίσος και πόθος ήταν τα λόγια της, που επιτέλους τα ένιωσε να περνάνε μέσα από τα χέρια της στα δικά του, κι από εκεί στις φλέβες και το αίμα του….

«Η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ.112-114.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου