Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Νικόλ-Άννα Μανιάτη: Και η ελπίδα γύρισε ξανά

Η Ειρήνη προσπαθεί να σώσει ένα γάμο χωρίς τη γεύση του έρωτα, αγνοεί όμως ότι το ρολόι της ζωής της προχωράει ανάποδα. Μια αθώα βόλτα σε μια ονειρική παραλία, η απόλαυση του τοπίου και η απεικόνισή του σε φωτογραφίες είναι από τα τελευταία πράγματα που κάνει προτού ένας ομηρικός καυγάς από τηλεφώνου ξεκινήσει την αντίστροφη μέτρηση. Το ταξίδι του γυρισμού από τον Πλαταμώνα στην Αθήνα δε θα τελειώσει ποτέ, γιατί κάποιοι έχουν αποφασίσει διαφορετικά. Κάποιοι αψηφούν το θείο δώρο της ζωής παίρνοντας στα χέρια τους το ρόλο του Θεού. Θα γίνει το ανατριχιαστικό ατύχημα της Ειρήνης το ξεκίνημα για ένα διαφορετικό ταξίδι; Μπορούμε να πάρουμε στα χέρια μας τη ζωή μας, είμαστε ικανοί να εκτιμήσουμε το δώρο της δεύτερης ευκαιρίας, υπάρχει ελπίδα ακόμη κι εκεί που όλα φαίνονται να τελειώνουν;

Το «Η ελπίδα γύρισε ξανά» είναι το μυθιστόρημα με το οποίο ο λογοτεχνικός κόσμος γνώρισε την Νικόλ-Άννα Μανιάτη. Η συγγραφέας στήνει με αριστουργηματικό τρόπο την πλοκή της, οδηγώντας τον αναγνώστη με μαεστρία, στα δικά του συμπεράσματα. Αυτό όσον αφορά το κομμάτι της ανάλυσης χαρακτήρων και της ψυχολογικής εμβάθυνσης. Με σιγουριά η πένα της διυλίζει το λόγο των ηρώων εμφυσώντας τους ζωντάνια και πάθη σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναρωτιέται κανείς μήπως είναι πρόσωπα υπαρκτά. Οι διάλογοί της είναι ολοζώντανοι, απόλυτα ταιριαστοί με τους χαρακτήρες που τους εκφέρουν. Με τη φειδώ του μέτρου, η συγγραφέας κινεί τους ήρωες μέσα στην καθημερινότητά τους.

Καταπιεσμένα αισθήματα και συναισθήματα κηρύσσουν το δικό τους πόλεμο σε ένα μέτωπο όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα στην ουδέτερη ζώνη. Κι σε αυτό το σημείο βρίσκεται η δεξιοτεχνία της συγγραφικής πένας. Εκεί που όλα βαίνουν επιτέλους αρμονικά, η Νικόλ-Άννα Μανιάτη δεν αφήνει τον αναγνώστη να ησυχάσει. Όχι! Ο καιρός της ειρήνης δεν έχει έρθει ακόμη. Μέσα από μια καταιγιστική δράση, παρακολουθούμε εννεοί τα απρόοπτα και τις ανατροπές κι είναι σαν να κάνουμε μικρά βήματα μέχρι να μπούμε κι εμείς στο πεδίο της μάχης. Κι εκεί, θα σταθεί αδύνατον να μη δηλώσουμε συμμετοχή!

Η Νικόλ-Άννα Μανιάτη επιχειρεί κάτι που όσο εύκολο κι αν φαίνεται, σας πληροφορώ πως δεν είναι καθόλου! Το να κρατήσεις σε αγωνία κάποιον, το να δώσεις αυτά που έχεις εσύ σαν συγγραφέας στο μυαλό σου, να τα αποδώσεις στο γραπτό λόγο, είναι το συνδυαστικό αποτέλεσμα πολλών συστατικών που αν βρίσκονται στις σωστές αναλογίες, είναι απόλυτα σίγουρο ότι το εγχείρημα θα στεφθεί με επιτυχία. Τι χρειάζεται; Γνώση των ανθρώπινων, ρεαλισμός, σωστή αλληλουχία, μεστή περιγραφή και πάνω από όλα η αίσθηση του μέτρου γενικότερα. Η συγγραφέας έχει και κατέχει όλα αυτά σε τέτοιο βαθμό ώστε ο αναγνώστης να συμμετέχει και συμπάσχει και να οδηγείται στην κάθαρση μαζί με τους ήρωες με την αίσθηση της δικαιοσύνης και της δικαίωσης.

Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του «και η ελπίδα γύρισε ξανά» με ένα χαμόγελο στα χείλη αναγνωρίζοντας τη συγγραφική δεινότητα και το τι σημαίνει να κατέχεις την τέχνη του γραπτού λόγου. Αλλά και με τη σκέψη ότι η ελπίδα υπάρχει παντού και πάντα, ακόμη κι εκεί όπου έχει σημάνει η ενδεκάτη ώρα είτε αυτή έχει να κάνει με μια ανθρώπινη σχέση είτε με μια ζωή.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Ελ Ρόι: Ματριόσκα

«Τι με κοιτάς; Δε μπόρεσα κι ας έτρεξα, μα φρόντισα να μη χαθώ. Λίγα από εσένα έκλεψα και πέταξα, μέσ’ στον αέρα σου θα ζω!»

Όλο το νόημα του «Ματριόσκα» του νέου αποκτήματος των Βορειοδυτικών εκδόσεων συμπυκνώνεται σε αυτούς τους στίχους, από το κομμάτι Σκηνή 0403 του cd που συνοδεύει το βιβλίο.

Τη ματριόσκα τη γνωρίζουμε σαν την ρωσική ξύλινη κούκλα, την φιγούρα με τα μυστικά. Η κούκλα μέσα στην κούκλα, καθώς ανοίγοντάς την, αποκαλύπτονται όλο και μικρότερα αντίγραφά της μέχρι να φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι που δε λέει να ανοίξει. Υπάρχει άραγε εκεί μέσα ένα όνειρο που δεν ξέφτισε, ελπίδες που δεν αποδείχτηκαν φρούδες;

Τίποτα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, εξάλλου η όραση και η αντίληψη του υπαρκτού κόσμου δεν είναι παρά μία σχετική αναπαράσταση. Υπάρχουν όνειρα που γεννούν ελπίδες, άνθρωποι που έχουν πολύ λιγότερα από εμάς κι όμως μπορούν να κάνουν ταξίδια έστω και με το νου, σίγουρα πάντα με την ψυχή τους. Όπως υπάρχουν και αυτά που μας εγκλωβίζουν σε έναν φαύλο κύκλο, μια διαδρομή που περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία αφήνοντάς μας μόνο μία ανάσα που κι αυτή βγαίνει κοφτή.

Τι είναι λοιπόν η Ματριόσκα; Ένα πολυσυλλεκτικό έργο, αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας δεκατριών ανθρώπων που μέσα σε εννέα μήνες (από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2011), έδωσαν μία εξαιρετική σύνθεση λόγου, εικόνας και μελωδίας.

Έντεκα ιστορίες βασισμένες σε γεγονότα που ίσως κάποιοι αναγνωρίζουμε, έντεκα ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οκτώ μουσικές συνθέσεις είναι το πολυδύναμο σύνολο που αιχμαλωτίζει όραση και ακοή, το σύνολο που σε κάνει να ανατρέξεις ξανά και ξανά προς τα πίσω, να συνδυάσεις εκείνα τα λόγια, τις σκέψεις, τα όνειρα κάποιων ανθρώπων κοντά ή μακριά σου, αυτών που σου είναι άγνωστοι, όμως δε σε αφήνουν να αδιαφορήσεις. Θα σου μιλήσουν για τη μοναξιά, την αποξένωση, την απομόνωση, το στίγμα του διαφορετικού. Την καταπίεση, την υποδούλωση, τον εξαναγκασμό σε σιωπή. Το ποδοπάτημα της ψυχής, τον ευτελισμό του ανθρώπου.

Έντεκα ιστορίες για κάποιους που αρνούνται να υποταχτούν, γιατί η ψυχή και το πνεύμα είναι που συντηρούν το σώμα και το κάνουν να αναζητήσει σανίδες σωτηρίας, σανίδες που άλλοτε θα το ταξιδέψουν στη γη της επαγγελίας και άλλοτε θα το βουλιάξουν πάνω στην προσπάθεια που και αυτή όμως είναι αρκετή. Ταξίδια αγκαλιά με τα σωθικά ενός φορτηγού, μαγικά φανταστικά ταξίδια στο παράθυρο ενός τρένου, ταξίδια συμφιλίωσης με το θάνατο, δανεικές στιγμές από τη ζωή των άλλων, χέρια που προσπαθούν να τινάξουν από πάνω τους τη μεγάλη γαλάζια κουρτίνα, να ξεφύγουν από τη σχισμή του χρόνου, να σκαλίσουν την απόγνωση της διάστασης ανάμεσα στην ουτοπία και την πραγματικότητα, να χρωματίσουν με ένα καλοξυσμένο μολύβι τους λευκούς τοίχους της απομόνωσης, να γρατζουνίσουν σε μια κιθάρα ένα τραγούδι αγάπης κι ευγνωμοσύνης, χέρια που βάζουν φωτιά στο σώμα για να δώσουν οι στάχτες το φως, χέρια που αγγίζουν το μοναχικό δέντρο με τα περήφανα κλαδιά.

Έντεκα ιστορίες για τη διαφορετικότητα που ζητάει να αγαπηθεί και έντεκα φωτογραφίες που δίνουν μία άλλη διάσταση στην ανάγνωσή τους μαζί με τους ήχους της μουσικής που σπρώχνει το νου να πετάξει ψηλότερα από όλα αυτά και να παρατηρήσει πιο προσεκτικά την παράδοξη γη που κατοικούμε.

Τότε, ίσως όλοι συνειδητοποιήσουμε ότι το σπίτι μας δεν είναι το νησί μας, ότι η απόσταση του αναπαυτικού καναπέ από την πόρτα μας είναι μερικά βήματα μόνο κι ότι εκεί έξω περιμένει η πραγματικότητα σαν τον κακό λύκο του παραμυθιού. Περιμένει και το δικό μας χέρι να αλλάξει το τέλος του.

Ματριόσκα: ένας εκρηκτικός μηχανισμός που περιμένει να τον πυροδοτήσετε.

Στο πολυσυλλεκτικό έργο συμμετείχαν οι:

Για τις ιστορίες: Βασίλης Κωστάκης, Άκης Βαίου, Βασίλης Ντούρος, Γιάννης Φαρσάρης.

Για τη μουσική: Γιάννης Καρακατσανίδης, Αριστοτέλης Καλύβας, Δημήτρης Τσαπάρας, Χρήστος Κυριακόπουλος, Ανθή Κύρκου, Αποστόλης Τζίμας, Νάσσια Ριμπά, Θωμάς Νάστος, Βασίλης Κωστάκης.

Οι φωτογραφίες είναι του Ηλία Κατσούρα.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Λάμια: όταν ο μύθος και η παράδοση γεννούν ιδέες.

Το να ανατρέχει κανείς στους μύθους και τις παραδόσεις είναι κάτι το συναρπαστικό. Ταξιδεύει πίσω στο χρόνο ενώνοντας παρελθόν και παρόν, γεννώντας το μέλλον.

Το όνομα Λάμια αναφέρεται πολλές φορές στο μυθιστόρημά μου Σιωπηλή πέτρα Η σημασία του στοιχειώνει τις σκέψεις, τα όνειρα ακόμη και την καθημερινότητα της κεντρικής ηρωίδας, της αρχαιολόγου Ίριας Φλεριανού. Θα γίνει εμμονή και εφιάλτης κι ακόμη κι όταν το απωθεί, εκείνο έρχεται να ξαναμπεί στη ζωή της.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Λάμια, βασίλισσα της Λιβύης, ήταν μία από τις πολλές γυναίκες που ερωτεύτηκαν το Δία και ως εκ τούτου δεινοπάθησαν από τη ζηλόφθονη Ήρα. Τα παιδιά που γεννιούνται από την ένωση της Λάμιας με το Δία αρπάζονται από την Ήρα και βρίσκουν τραγικό τέλος. Η Λάμια τρελαίνεται και σε εκδίκηση σκοτώνει τα νεογέννητα παιδιά άλλων μανάδων. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Ήρα καταδίκασε επίσης τη Λάμια στο μαρτύριο της αϋπνίας, ο Δίας όμως της χάρισε τη δυνατότητα να βγάζει τα μάτια της και να τα ξαναβάζει στη θέση τους ώστε να μπορέσει να υποφέρει την τιμωρία της.

Η λαϊκή παράδοση θέλει τη Λάμια ένα τερατόμορφο φάντασμα που κατασπαράζει ανθρώπους. Η κατοικία της βρίσκεται σε δαιδαλώδη υπόγεια και περιοχές κοντά σε νερά και δεν είναι λίγοι οι γενναίοι που προσπαθούν να την σκοτώσουν με σπαθί και να ανοίξουν την κοιλιά της για να βγάλουν από μέσα ζωντανούς όσους έχει καταβροχθίσει. Το όνομά της μέχρι τις μέρες μας χρησιμοποιείται σαν απειλή από τις μανάδες για να συνετίσουν τα άτακτα παιδιά τους.

Στη Σιωπηλή πέτρα, Λάμια ονομάζεται η περιβόητη επικίνδυνη στοά των ορυχείων του νησιού όπου γίνεται η ανασκαφή και η πρώτη αναφορά σε αυτήν γίνεται μέσω ενός παλιού βιβλίου κάποιου Μπαρτολομέι το οποίο τιτλοφορείται Περιηγητής της Μεσογείου.

Να τι διαβάζει η ηρωίδα:

…«Η ονομασία των στοών των ορυχείων είχε διεγείρει την περιέργειά μου. Φαντάστηκα πως η αναφορά στη μυθολογία συνειρμικά συνδυαζόταν με την επικινδυνότητα των γαλαριών αυτών. Οι ντόπιοι δεν ήταν πρόθυμοι να εξηγήσουν. Ο μύθος της Λάμιας που κατάπινε τα παιδιά των άλλων μανάδων, παίρνοντας εκδίκηση για τα χαμένα δικά της, με βασάνιζε καθημερινά. Προσπάθησα να μπω στη γαλαρία, όμως φυλασσόταν μέρα νύχτα λόγω επικινδυνότητας. Οι κατολισθήσεις ήταν συνεχείς και τα μέτρα ασφαλείας αυστηρά, ώστε να μη θρηνήσει ο τόπος άλλα θύματα. Μέχρι την ημέρα που έφυγα από το νησί δεν κατόρθωσα να λύσω το μυστήριο που περιέβαλλε τη Λάμια»...

Σιωπηλή πέτρα, απόσπασμα από τη σελίδα 39, εκδόσεις Μίνωας

Η φωτογραφία είναι από τον πίνακα Η Λάμια (από τον Herbert James Draper, 1909)

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Η ανασκαφή ξεκινάει

Η Ίρια Φλεριανού, νεαρή αρχαιολόγος, συμμετέχει σε μια ανασκαφή που γίνεται σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου. Μαζί με το ημερολόγιο της ανασκαφής όπου καταγράφει τις καθημερινές δραστηριότητες, ενημερώνει και το δικό της ημερολόγιο αποτυπώνοντας στις σελίδες του τα συναισθήματα πίσω από τη λατρεία των τύπων.

…Η ομάδα επιτέλους συγκεντρώθηκε. Το έδαφος αποψιλώθηκε από ρίζες και ζιζάνια και χωρίστηκε σε τετράγωνα. Στήσαμε ένα μεγάλο κιόσκι για τα εργαλεία και τον εξοπλισμό. Το κακό ήταν πως δεν υπήρχε μια σκιά, ένα δέντρο να ξαποστάσεις. Ο ήλιος χτυπούσε αλύπητα.

Από την κοινότητα μας έστειλαν πέντε μεγάλες μπλε ομπρέλες. Στήσαμε τέντες, προσπαθώντας να φτιάξουμε μια όαση μέσα στην έρημο. Πάψαμε να βλέπουμε τον τόπο σαν τουρίστες. Δε μαγευόμασταν από τη θάλασσα που έβρεχε την απόκρημνη ακτή πεντακόσια μέτρα δυτικά μας. Ούτε από τη Χώρα που άσπριζε νοτιοανατολικά.

Μόνο σκάβαμε, κοιτούσαμε με προσοχή, ψάχναμε, πληγώναμε τα χέρια μας παρά τα προστατευτικά γάντια, η γλώσσα μας ένα κομμάτι λάστιχο να παλεύει να βρει δροσιά στο στεγνό στόμα. Οι εργάτες έσκαβαν κι ένα τραγούδι ανέβαινε στα χείλη τους. Τους έβλεπα με τις άσπρες τρύπιες τους φανέλες, ένα μαντίλι δεμένο στο κεφάλι κι άλλο ένα στο λαιμό. Σαν να ήταν συγχρονισμένοι, άφηναν τον κασμά και την αξίνα, έπιναν μια γουλιά νερό, σκούπιζαν τα χείλη με την ανάστροφη του χεριού και συνέχιζαν…

Σιωπηλή πέτρα, εκδόσεις Μίνωας, απόσπασμα από τις σελίδες 25-26.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ο θησαυρός της Κέρου

Ο περιβόητος θησαυρός της Κέρου ήταν κάτι που με απασχόλησε όταν ξεκίνησα να γράφω τη Σιωπηλή Πέτρα. Σκεφτόμουν σαφώς το μυστήριο που περικλείει το ακατοίκητο νησί, όπου συντελέστηκε μία από τις μεγαλύτερες λαθρανασκαφές του 20ου αιώνα. Πόσες εικασίες δεν έγιναν πάνω στο ποια ήταν η χρησιμότητά του! Να υπήρξε νεκροταφείο; Εργαστήριο κατασκευής ειδωλίων; Ιερό;

Το γεγονός είναι ότι από την Κέρο έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα γύρω στα 500 τμήματα ειδωλίων, περίπου τόσα τμήματα μαρμάρινων αγγείων, περισσότερα από 1500 κομμάτια μαρμάρινων φιαλών και άλλα τόσα από πήλινα αγγεία. Ένας μεγάλος αριθμός από σπασμένα ειδώλια καθώς και 12 ακέραια, ο ονομαζόμενος «θησαυρός της Κέρου» έπεσε στα χέρια αρχαιοκάπηλων.

Αυτό που ενισχύει το μυστήριο της Κέρου δεν είναι μόνο ο μεγάλος αριθμός των ειδωλίων, αλλά κυρίως το ότι αυτά βρέθηκαν σε θραύσματα. Ειπώθηκε ότι τα έσπασαν οι αρχαιοκάπηλοι σκάβοντας και αυτή ήταν η άποψη που επικρατούσε. Σήμερα όμως αποδεικνύεται ότι τα ειδώλια ήταν σπασμένα από την Πρωτοκυκλαδική εποχή. Ο λόρδος Ρένφριου που διενεργεί ανασκαφές εκεί και έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της Κέρου, πιστεύει πως η θραύση των ειδωλίων δεν έγινε στο νησί, αλλά αποτελούσε μέρος ενός θρησκευτικού τελετουργικού που ξεκινούσε αλλού και ολοκληρωνόταν με την εναπόθεσή τους στο ιερό της Κέρου. Στη θέση Δασκαλιό αποκαλύφθηκε πρόσφατα ένα κτίριο μήκους 16 μέτρων κατασκευασμένο από μάρμαρο Νάξου. Ακόμη ανασκάφηκε ένα κυκλικό κτίριο στην κορυφή του λόφου όπου βρέθηκαν γύρω στα 350 θαλάσσια βότσαλα, τοποθετημένα εκεί, άγνωστο από ποιον και για ποιο λόγο, αφήνοντάς μας επίσης με την απορία αν το κτίριο αυτό ήταν ιερό ή απλά ένα παρατηρητήριο.

Πολλά τα ερωτήματα, πολλές οι υποθέσεις μέχρι να γίνουν βεβαιότητα οδηγώντας τη φαντασία πίσω στο χρόνο. Κάπως έτσι η αρχαιολογία και η συγγραφή συναντήθηκαν και τράβηξαν ένα σύντομο αλλά πολύ γοητευτικό κοινό μονοπάτι σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου όπου όλα ξεκινούν με την εκεί εγκατάσταση μιας αρχαιολογικής αποστολής.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Σιωπηλή πέτρα: η αρχή



Μια αρχαιολογική αποστολή σε ένα απομονωμένο νησί των Κυκλάδων πυροδοτεί μια σειρά γεγονότων που ανατρέπουν τη ζωή των ηρώων. Αρχές καλοκαιριού 1981. Το πλοίο της άγονης γραμμής αποβιβάζει μια ετερόκλητη ομάδα σε ένα λησμονημένο νησί του Αιγαίου. Αποσκευές τους, τα εργαλεία για μια ανασκαφή. Είναι όμως μόνο το αρχαιολογικό ενδιαφέρον που τους συνδέει ή κάτι βαθύτερο;
Η Ίρια, νεαρή αρχαιολόγος, δε γνωρίζει πως η αναζήτηση των μυστικών της γης θα φέρει στην επιφάνεια όχι μόνο ευρήματα αλλά και ένα μέρος από το σκοτεινό παρελθόν. Λίγους μήνες μετά, το νησί σαν κατάρα έχει καταστρέψει τη ζωή της. Χαμένη στα σκοτάδια του μυαλού της θα χρειαστεί πολύ χρόνο και αρκετή ψυχική δύναμη για να επιστρέψει και να αντιμετωπίσει το παρελθόν.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα του 2002, ένα ελικόπτερο αποβιβάζει τη μοναδική επιβάτιδά του σε μια μικροσκοπική γωνιά του Αιγαίου. Αποσκευές της, ο φωτογραφικός της εξοπλισμός, ένα νεανικό ημερολόγιο και η δίψα για εκδίκηση. Είναι ο λόγος της επίσκεψής της αυτός που υποστηρίζει ή μήπως γνωρίζει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει;
Πώς ξεκίνησε η σιωπηλή πέτρα;
Πάντα με συνάρπαζαν τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η αδυναμία μου όμως ήταν τα κυκλαδικά ειδώλια. Από τα πιο παραγνωρισμένα κάποτε, αντικείμενα ακατανόητα που προκαλούσαν χλευασμό, έφτασαν τον εικοστό αιώνα με την επίδραση του μοντερνισμού και την έμπνευση που προσέφεραν στους Μπρανκούζι, Μουρ και άλλους εκπροσώπους του κινήματος, να εντυπωσιάζουν με το μυστήριο και τον απλό αισθησιασμό τους. Από τα κυκλαδικά ειδώλια, αυτό της μητέρας θεάς ή θεάς της γονιμότητας ερμηνεύτηκε ως σύμβολο της αιώνιας ζωής, η ανώτερη δύναμη και προστάτιδα των γυναικών, η ίδια η γη από την οποία όλα προέρχονται.
Πολλές φορές τα κυκλαδικά ειδώλια τράβηξαν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας με τις αστρονομικές τιμές που έφτασαν σε δημοπρασίες, με την κατά καιρούς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους και τη λεηλασία του θησαυρού της Κέρου.
Μόλις πρόσφατα πληροφορηθήκαμε από τα ΜΜΕ ότι σε μια δημοπρασία του οίκου Christies στη Νέα Υόρκη δαπανήθηκαν 17 εκατομμύρια δολάρια για το κυκλαδικό ειδώλιο της εγκυμονούσας. Η αγοραπωλησία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα όχι μόνο λόγω της προέλευσης του ειδωλίου, αλλά και λόγω του ότι ο Ρόμπιν Σάιμς (από τα χέρια του οποίου είχε περάσει το συγκεκριμένο αντικείμενο) ήταν μπλεγμένος με την υπόθεση της Σχοινούσας.
Όσο για τη λεηλασία του θησαυρού της Κέρου, η μεγάλη λαθρανασκαφή διαπιστώθηκε το 1963 και ο πρώτος που πήγε εκεί ήταν ο Κόλιν Ρένφριου. Αυτό που είδε ξεκάθαρα ήταν η μεγάλη ευκολία με την οποία κάποιος μπορούσε να συλλέξει ανενόχλητος (όπως και είχε ήδη γίνει, καθώς όλη η δυτική πλευρά του νησιού ήταν ανασκαμμένη και το τοπίο κατεστραμμένο. Δεκατρία χρόνια αργότερα σε μια έκθεση στην Καλσρούη με τίτλο «η τέχνη των Κυκλάδων» μέρος του «θησαυρού της Κέρου» κάνει την εμφάνισή του. Η Ελλάδα ολιγωρεί, δεν υποβάλει αίτημα διεκδίκησης για αυτά τα «άγνωστης προέλευσης» αντικείμενα και έτσι αργότερα τα βρετανικά δικαστήρια θα απορρίψουν την προσφυγή της, το 1990, κατά της δημοπρασίας του οίκου Sothebys, όπου παρουσιάστηκε προς πώληση ο «θησαυρός της Κέρου». Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης κατορθώνει να αγοράσει 58 κυκλαδικά ειδώλια και άλλα 17 η Εμπορική Τράπεζα, ενώ το ίδρυμα Ν.Π.Γουλανδρή απέκτησε άλλα 6 μέσα στα επόμενα χρόνια. Και έτσι ένας τμήμα του θησαυρού επέστρεψε στα πάτρια εδάφη.
Η επίσκεψή μου στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης ήταν ένα ταξίδι σε ένα μυστηριακό παρελθόν, κάτι σαν μυσταγωγία. Περιδιαβαίνοντας ανάμεσα στα εκθέματα, ο μύθος της Σιωπηλής πέτρας άρχισε να εξελίσσεται στη φαντασία μου. Αφουγκράστηκα τους ψιθύρους τους και κάθισα στον υπολογιστή μου.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Άντζελα Πίτλινγκερ: Νάραντελ, η μάχη της σκιάς και τα αρχαία μυστικά

Σεπτέμβριος του 2011, Ζάππειο! Περίπτερα με βιβλία κάθε είδους, βιβλία και άλλα βιβλία!! Και κάπου ανάμεσα στα πολύχρωμα εξώφυλλα, πρόβαλε μία κοκκινομάλλα νεράιδα. Δυο φωτεινά πανέξυπνα μάτια κι ένα υπέροχο χαμόγελο που μάγεψε όχι μόνο εμένα, αλλά και όλους όσοι την γνώρισαν. Έφερε μαζί της ένα μυθιστόρημα από τη χώρα του φανταστικού και τώρα που το σκέφτομαι, τι άλλο μπορούσε να γράψει αυτό το υπέροχο πλάσμα που σε κερδίζει και μόνο με την παρουσία του! Όταν η Άντζελα μου ζήτησε να παρουσιάσω το βιβλίο της, δέχτηκα χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Πώς αλλιώς; Πιστεύω ότι είναι από αυτά τα χαρισματικά άτομα που σε τραβούν κοντά τους χωρίς να σου αφήσουν το ελάχιστο περιθώριο να αιτιολογήσεις αυτό που συμβαίνει.

Πέρα όμως από συναισθηματισμούς και προσωπικές προτιμήσεις, και μόνο το ότι η Άντζελα Πίτλινγκερ γράφει ένα ιδιότυπο και ίσως λίγο πιο παραγνωρισμένο είδος λογοτεχνίας, είναι ένας άθλος για τα ελληνικά δεδομένα. Στη χώρα μας η λογοτεχνία του φανταστικού έχει ελάχιστους εκπροσώπους γραφής και το είδος στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα μεταφρασμένα ευπώλητα. Οπότε η τιμώμενη συγγραφέας αξίζει τα πρώτα συγχαρητήρια για την τόλμη του ανήσυχου πνεύματός της και για την γεμάτη χρώματα και εικόνες φαντασία της.

Η λογοτεχνία του φανταστικού έχει να κάνει με μία γραφή που δεν είναι εξωπραγματική όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν. Η αναφορά σε πλάσματα και καταστάσεις πέραν του κόσμου αυτού μπορεί να ξενίζει κάποιους, αλλά κερδίζει μια όλο και μεγαλύτερη αναγνωστική μερίδα και αυτό για τους εξής λόγους:

Κάθε τι ανθρώπινο είναι ρευστό. Αυτό που χθες φαινόταν πέραν του ελλόγου, απλησίαστο για τα δεδομένα της εποχής του, σήμερα θεωρείται κάτι αυτονόητο και μέρος της καθημερινότητας. Το ίδιο συμβαίνει με κάτι απρόσιτο στο τώρα, όμως ο ανθρώπινος νους είναι γνωστό ότι δεν είναι πεπερασμένος.

Κάθε τι ανθρώπινο έχει να κάνει με αξίες παγκόσμιες και σταθερές, αξίες που ενυπάρχουν σε κάθε είδος γραφής. Και η λογοτεχνία του φανταστικού έχει σαν κύρια αναφορά τη βάση της ανθρώπινης ύπαρξης, τα ιδανικά της αγάπης, της σύμπνοιας, της ελευθερίας, της αναζήτησης της ευτυχίας, αλλά και τον προαιώνιο αγώνα ανάμεσα στο Κακό και το Καλό.

Κάθε τι ανθρώπινο έχει πολλές εκφράσεις και εκφάνσεις. Τι διαφορά αλήθεια έχει στην αναγνωστική απόλαυση αν αυτό που θα διαβάσουμε είναι η ιστορία που μπορεί να συμβεί σε εμάς ή στον άνθρωπο της διπλανής πόρτας από την ιστορία που διαδραματίζεται σε όντα μορφολογικά ιδιότροπα που σίγουρα δεν τα συναντάμε στην καθημερινότητά μας;

Σημασία για εμένα έχει η ψυχή του συγγραφέα και σίγουρα ο κάθε άνθρωπος που παιδεύεται με τη γραφή έχει κάτι να καταθέσει στον αποδέκτη του έργου του. Και αυτό φυσικά δεν είναι ένα παραμύθι ή ένα ευφάνταστο αποκύημα, αλλά κάτι που σκλαβώνει τις αισθήσεις μαγευτικά μόνο και μόνο για να μας κάνει να δούμε πέρα από τα ανθρώπινα στεγανά. Να χαλαρώσουμε, να αφεθούμε και να ψάξουμε τους εαυτούς μας, να ψηλαφίσουμε την ύπαρξή μας και να ονειρευτούμε και επιδιώξουμε ένα καλύτερο αύριο. Ίσως είναι και ένα έμμεσο μάθημα που δίνουν πλάσματα κόσμων που δεν έχουμε γνωρίσει ακόμη, αλλά πώς αλήθεια είμαστε σίγουροι ότι δεν υπάρχουν, αφού το μόνο που γνωρίζουμε είναι τα του δικού μας πλανητικού συστήματος;

Ας μεταφερθούμε όμως στο βασίλειο του Νάραντελ κι ας μάθουμε κάποια πράγματα για τη μάχη της Σκιάς και τα αρχαία μυστικά.

Το Νάραντελ μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μία κοινωνία ουτοπική για τα δικά μας δεδομένα, όχι όμως και για αυτά των υπηκόων του. Δέκα χρόνια πριν από το σήμερα του μυθιστορήματος, οι φυλές που ζουν εκεί έχουν πετύχει την αναχαίτιση του Κακού και την εξόντωση του εκπροσώπου του. Φυλές πολεμοχαρείς και άλλες ειρηνικές, φυλές που οι εκπρόσωποί τους μοιάζουν ξωτικά και νεραϊδογεννήματα, κι άλλοι πάλι που έχουν απεριόριστες μαγικές ικανότητες και είναι γνώστες πανάρχαιων μυστικών, πλάσματα φτερωτά και πλάσματα που έχουν την ικανότητα να εναλλάσσουν την ομορφιά με την ασχήμια, κι ανάμεσά τους κάποιοι που ζουν εξόριστοι, γιατί δε θέλησαν να συμβιβαστούν με τα ανθρώπινα ζητούμενα. Αυτοί είναι το Νάραντελ, μια μεγάλη στεριά και μικρότερα κομμάτια μέσα στη θάλασσα, όπως το νησί του Κρόνου. Δάση πυκνά και απαραβίαστα, βουνά όπου το κρύο μπορεί να παραλύσει το ανθρώπινο σώμα στη στιγμή, εύφοροι τόποι, τόποι μίζεροι όπου οι άνθρωποι επιβιώνουν ίσα ίσα, η μεγάλη Λίμνη όπου κυριαρχεί η πανέμορφη Λύρα, η έρημος που οριοθετεί το τρομερό χάσμα του Αντάν και πάνω ψηλά σε αυτή τη χώρα της συμβίωσης, της πραγματικής και της πλασματικής φιλίας, το μάτι που εποπτεύει, η καστροπολιτεία του Νάραντελ, εκεί από όπου ο αυτοκράτορας Γκρελ κυβερνά τους υπηκόους του.

Πρόσκαιρη και επίπλαστη είναι όμως η ευτυχία, τόσο ρευστή πραγματικά η έννοιά της, αγαθό υπό αμφισβήτηση και διακυβευόμενο ες αεί. Το κακό δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή του σε τρία διαφορετικά σημεία του βασιλείου. Σε ένα δάσος κοντά στον παλάτι θα βρεθεί το πτώμα μιας νέας γυναίκας, στο Ντάργουιν αλλεπάλληλες επιθέσεις και σφαγιασμοί κοπαδιών και στο νησί του Κρόνου, ανακαλύπτεται μία αποτρόπαιη μαζική δολοφονία. Υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στα τρία συμβάντα ή το κακό χτυπάει χωρίς σχέδιο και ανεξέλεγκτα;

Οι υπόγειες δυνάμεις βρυχώνται και ανασυντάσσονται και μερικές φορές το αίμα των αθώων δεν σκορπιέται χωρίς λόγο. Πώς να λυτρωθούν οι ψυχές που βασανίζονται, τι σημαίνει αλήθεια η λύτρωση για όλους και για τον καθένα; Ανάμεσα σε αυτούς που ορίζονται χαρισματικοί, ποιοι είναι εκείνοι στους οποίους ανήκει δικαιωματικά ο τίτλος; Οι ανθρώπινες αδυναμίες βασανίζουν μόνο τον απλό λαό ή ακόμη και αυτόν που πρέπει να δείχνει και να είναι ο ισχυρότερος όλων; Και τέλος, η αγάπη μπορεί να είναι τόσο δυνατή ώστε να εξορίσει μια ανθρώπινη ύπαρξη αλλά να ελευθερώσει μια καρδιά;

Δεν είναι μόνο αυτά τα ερωτήματα, ερωτήματα που η απάντησή τους εξελίσσει το μύθο και άλλα που απαντούν σε αιώνιους προβληματισμούς, αλλά και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός που προβάλλουν και προβληματίζουν μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος.

Η γραφή της Άντζελας Πίτλινγκερ απλή και κατανοητή, σαν να ακούς μια τρυφερή μητέρα να ψιθυρίζει ένα παραμύθι μαζί με ένα νανούρισμα στο παιδί της ή άλλοτε πάλι σαν να ακούς τον άχρονο αφηγητή να σου μεταφέρει με το δικό του τρόπο τα ανθρώπινα πάθη, εκεί όπου κάτω από την όποια πέτρα θα σηκώσεις, θα βρεις το κακό να παραμονεύει σαν το φαρμακερό φίδι. Η συγγραφέας με τον ίδιο τρόπο θα μιλήσει για την αγάπη και την τρυφερότητα, με τον ίδιο και για τον όλεθρο και το θάνατο και αυτό είναι που κάνει αυτό το μυθιστόρημα όχι παραμύθι, αλλά κάτι πραγματικό μέσα στην αλληγορία του.

Οι ψίθυροι του δάσους και των ξωτικών, το γλέντι των μάγων, οι καυγάδες των Γκόντρουμ, τα πειράγματα του Αντού, ο έρωτας του ξεχωριστού Μάνταφαρ, ο πόνος του Γκρελ, οι οραματισμοί του Ρελίκ, οι σκηνές της μάχης, η εξημέρωση του μοναδικού μονόκερου, ακόμη και η μυρωδιά του θανάτου που πλανάται πάνω από την ακτή της Ακάν θα κάνουν τον αναγνώστη να ζήσει μια μοναδική εμπειρία.

Άντζελα, σε ευχαριστώ που μπήκες στη ζωή μου και εύχομαι επιτυχία σε κάθε σου βήμα!!!

Το παραπάνω κείμενό μου διαβάστηκε στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Άντζελας Πίτλινγκερ «Νάραντελ, η μάχη της Σκιάς και τα αρχαία μυστικά», την Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011, στο βιβλιοπωλείο «Στάχυ» στον Πειραιά.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Βασίλης Μόσχης: Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της

Η μυρσίνη ή πιο γνωστή σε εμάς μυρτιά ήταν αφιερωμένη στη θεά Αφροδίτη της Πάφου. Το φυτό συνδέθηκε επίσης με την ερωτική αγωνία της Φαίδρας που ο μύθος την ήθελε να τρυπά τα φύλλα της μυρτιάς για να εκδικηθεί την Αφροδίτη, καθώς δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον έρωτα του Ιππόλυτου. Υπάρχουν βέβαια πολλές ακόμη εκδοχές που έχουν να κάνουν με τα αδιέξοδα που προκάλεσε η ομορφιά της μυθικής Μυρσίνης που συνδεόταν με το φθόνο και το μένος.

Στέκομαι στα παραπάνω και ξεκινάω μαζί σας το μαγικό ταξίδι στον κόσμο της κεντρικής ηρωίδας του μυθιστορήματος του Βασίλη Μόσχη «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της».

Πάντα όταν πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο, κοιτάζω ώρα τον τίτλο και το εξώφυλλό του. Το «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της» κέντρισε άμα τη εμφανίσει του το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον, αφενός γιατί ο τίτλος και μόνο με προϊδέασε για κάποιον συμβολισμό και κατά δεύτερον το εξώφυλλο κυριολεκτικά ταξίδεψε τη φαντασία μου! Ένα λιβάδι με μαργαρίτες και παπαρούνες, μαγευτικά χρώματα, άνοιξη, ζωή και ζωντάνια, αλλά και το πρόσκαιρο καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι τα λουλούδια του αγρού κρατούν ελάχιστα τη ζωντανή ομορφιά τους. Όταν τα κόψεις από τον τόπο τους, μαραζώνουν. Εκεί τους πρέπει να βρίσκονται, και όχι ψεύτικα στολίδια σε ένα ξένο περιβάλλον.

Ξεκινώντας την ανάγνωση, σκέφτηκα ότι η ιστορία της Μυρσίνης δε θα μπορούσε να απεικονιστεί με πιο πετυχημένο συμβολισμό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έδεσε και με το ότι το ίδιο όνομα ήταν συνδεδεμένο με την ομορφιά και τη ματαιοδοξία της στην αρχαιότητα.

Η ομορφιά ενός κήπου σε ένα κοντινό αλλά απρόσιτο παρελθόν, η ομορφιά μιας πόλης που ακόμη και οι θεοί φθόνησαν, η ομορφιά της Μυρσίνης που τραβάει τα βλέμματα. Η Μυρσίνη κουβαλάει πάνω σε ένα πλοίο που την παίρνει μακριά από την πυρπολημένη Σμύρνη, τα όνειρά και τις ελπίδες της. Μαζί με την μεγαλύτερή της Αγγέλα που θα υπάρξει φίλη, μάνα και αδερφή- ίσως για να αναπληρώσει τη δική της χαμένη μέσα στον πανικό της φυγής οικογένεια-φωλιάζει στην Αθήνα προσπαθώντας να ανασυντάξει τη ζωή της, να αποδεχτεί το γκρέμισμα ενός ανέμελου αλλά σύντομου παρελθόντος και να αφήσει τον εαυτό της να ονειρευτεί ξανά. Μια αντρική φωνή θα την μαγέψει, μια αντρική αγκαλιά θα την ταξιδέψει εκεί που δεν υπάρχει ο απόηχος του μίσους και του αναίτιου σπαραγμού και θα την κάνει να πιστέψει πως δικαιούται ένα μικρό κομμάτι σε αυτό το απέραντο οικόπεδο που λέγεται «ευτυχία». Πόσο γρήγορα γκρεμίζονται τα όνειρα, πόσο γρήγορα ο πιο λαμπρός ήλιος κρύβεται από μολυβένια σύννεφα που φέρνουν βροχή κι εφιάλτες; Και μετά να περιμένεις να ξαστερώσει ξανά ξυπνώντας με την πολύτιμη θύμηση αυτού του κήπου του φορτωμένου γιασεμιά, μενεξέδες και αγιόκλημα!

Σε κάποιους η ευτυχία χαρίζεται απλόχερα, στους περισσότερους όμως είναι όνειρο που χάνεται καθώς ένα απότομο ξύπνημα σε αποτραβάει από τη γλυκιά χαύνωση του ύπνου. Και ξαφνικά βρίσκεσαι να αναρωτιέσαι αν θα τα βγάλεις πέρα, διχάζεσαι, κάνεις ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω, ψάχνεις κάπου να ακουμπήσεις, αλλά το μόνο που βλέπεις είναι ότι έχεις μπροστά σου μία Μυρσίνη που σαν αμνός του Θεού έχει επιλεχτεί να κουβαλήσει στις πλάτες της όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Ποια να ήταν άραγε η δική της αμαρτία; Ότι ερωτεύτηκε, ότι αγάπησε, ότι υπήρξε εύπιστη; Γιατί; Αν δεν ήταν η καταστροφή της Σμύρνης, τώρα θα έκανε βόλτες στην πολύβουη αποβάθρα της, θα απολάμβανε το θαλασσινό αεράκι, τα γλυκίσματα και τα τζελάτα, θα σεργιάνιζε στις συνοικίες διαλέγοντας ακριβά και αιθέρια υφάσματα, θα γελούσε, μα πάνω από όλα θα είχε την οικογένειά της.

Μια πατρίδα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, όνειρα που αφυδατώνονται στην Αθήνα, συγκρούσεις και παραλογισμοί, μια νέα πορεία στη Θεσσαλονίκη. Τόποι, αρώματα, χρώματα, ένα παράθυρο που ανοίγει σε μια θάλασσα για να ξυπνάει γλυκά τον πόνο ή πάλι για να κάνει την ηρωίδα να πάρει μεγάλες αποφάσεις. Να βλέπει την καταιγίδα να ξεσπάει, αλλά να μη λιγοψυχάει, να βλέπει τα κύματα να σπάνε, κι αυτή να είναι δυνατή, κι όταν δεν το καταφέρνει κι αυτό, να γράφει στην Αγγέλα της.

Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της Μυρσίνης, χρώματα που η παλέτα της ζωής ανακατεύει όπως αυτή θέλει κι αλλάζει τη ζωγραφιά που η μικρή κοπέλα έχει κατά νου. Όπως αλλάζει τους τόπους, τις γειτονιές, τα σπίτια, εκεί που η ευημερία και η μιζέρια, η ευτυχία και η ατυχία, το δάκρυ και το γέλιο χωρίζονται μόνο από μερικά στενά. Για κάποιους είναι γραφτό να παρακολουθούν ευτυχισμένες ιστορίες από μακριά, να κάνουν όνειρα καταδικασμένα να πεθάνουν προτού γεννηθούν. Πώς να πάρει η Μυρσίνη μιαν απόφαση όχι μόνο για αυτήν αλλά και για μια ακόμη ζωή; Τα ζυγιάζει, τα αποφασίζει, τα σκέφτεται ξανά κι όλο λέει αν ήταν αυτό, αν γινόταν εκείνο! Η τελική της επιλογή δείχνει την ενδόμυχη ανάγκη της για αγάπη. Παίρνει μιαν απόφαση και παλεύει να φανεί αντάξιά της, όμως ο φόβος που τη συντροφεύει από τη χαμένη της πατρίδα, επιτείνεται από τη μοναξιά της καρδιάς της.

Η Μυρσίνη δε μπορεί να ζήσει με το μυστικό της, το πάθος που αποδείχτηκε λάθος, πρέπει να αγνοήσει τι λέει η καρδιά της για μία ακόμη φορά και να πράξει το σωστό. Όμως η ζωή έχει άλλα σχέδια, κάθε στροφή της κρύβει κάτι απρόσμενο, κάτι που η καμπύλη σε εμποδίζει να δεις. Το παράθυρο που άνοιξε ελπιδοφόρα στο Θερμαϊκό θα σφαλίσει και ακόμη και μια περιποιημένη αυλή στις προσφυγικές γειτονιές του Βύρωνα δε θα προστατέψει την Μυρσίνη από το φθόνο και τα αρπακτικά χέρια. Η πίεση είναι μεγάλη, για μία ακόμη φορά η ζωή μοιάζει να ορίζεται από τους άλλους. Και καθώς τα χρόνια κυλάνε, χρώματα κι αρώματα ενός νέου τόπου εμφανίζονται. Ενός νέου τόπου κι ενός νέου έρωτα στην αλυσίδα της ζωής. Ένα νησί που γαληνεύει στον Αργοσαρωνικό, καθώς η θαλάσσια αύρα ανακατώνεται με το άρωμα των λεμονιών, καθώς η γλύκα και η πίκρα του έρωτα μπαίνουν ορμητικά από ένα ακόμα ανοιχτό παράθυρο.

Η ζωή στον Πόρο μοιάζει ανείπωτα γλυκιά καθώς το νησί ξυπνάει από το λήθαργο του χειμώνα για να υποδεχτεί νεανικές φωνές που φέρνουν μαζί τους τον έρωτα αλλά και κομμάτια από ένα καλά κρυμμένο παρελθόν. Η μοίρα παρακολουθεί χαμογελώντας με υπομονή, σκύβει πάνω από αγκαλιασμένα σώματα κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι, διαβάζει αδιάκριτα ερωτικά γράμματα που ταξιδεύουν από το Βόσπορο στο Σαρωνικό. Συνομωτεί, αλλά αυτό δεν το γνωρίζουν ούτε οι αθώοι ούτε οι ένοχοι. Η μοίρα έχει υπομονή, τα σχέδιά της είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Διάφανα και πολύπλοκα, που αν κάνεις το σφάλμα και ξεγελαστείς, εγκλωβίζεσαι σε ένα κόσμο που σε καταπίνει καθώς καταποντίζεται.

Η γραφή του Βασίλη Μόσχη μας ταξιδεύει μαγικά καθώς μέσα και πίσω από τις λέξεις του, βρίσκεται η λεπτομέρεια της κίνησης, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μέσα από μια αρμονική συνύπαρξη της φυσικής πορείας των ηρώων διαφαίνεται και η πορεία των συγκρούσεων λογικής και καρδιάς, νου και ψυχής. Πάθη, αντιπαραθέσεις, ανατροπές ορίζονται από την συγγραφική πένα με τον ίδιο τρόπο που η ζωή καταγράφει καθημερινά. Τόποι του άλλοτε ζωντανεύουν μπροστά μας μέσα από τις εμβόλιμες παραθέσεις ιστορικών στοιχείων, συνηθειών της εποχής, μέσα από μια εκπληκτική συρραφή προσώπων πραγματικών με αυτά που ο μύθος και η πλοκή ορίζουν ούτως ώστε ο αναγνώστης να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες να ταυτιστεί ή να πασχίσει μαζί με τους ήρωες. Έντεχνα ο συγγραφέας τον οδηγεί στην κατανόηση των πράξεων των ηρώων του, στην κατανόηση της ίδιας της ζωής, γιατί τι άλλο είναι το «χιλιάδες χρώματα στα μάτια της» παρά η δύναμη του ανθρώπου πάνω από όλα, η δυνατότητα που δίνεται στο χαρισματικό έλλογο ον να δει όχι τα επτά χρώματα της ίριδας, αλλά το απεριόριστο μέσα από το πεπερασμένο της ίδιας του της ύπαρξης!

Ο χρόνος κύλησε αγέρωχα και αφέθηκε να κάνει τη δουλειά του όπως αυτός ξέρει. Μετά από τις δύσκολες εποχές, εξαντλημένος και αυτός πια, αποφάσισε να αλλάξει το σκηνικό. Κουράστηκε να απλώνει γκρίζα χρώματα στις ψυχές των ανθρώπων. Άπλωσε την παλέτα του και διάλεξε τα πιο φωτεινά του χρώματα και τα μοίρασε σπάταλα. Και ένιωσε και αυτός καλύτερα

Αγαπητέ Βασίλη, εύχομαι κάθε επιτυχία με χιλιάδες χρώματα στη συγγραφική σου πορεία!!!

Το μικρό απόσπασμα σε πλάγια γράμματα είναι από τη σελίδα 459 του μυθιστορήματος και περιέχει ένα όλο νόημα μήνυμα αισιοδοξίας.

Το παραπάνω είναι το κείμενο που έγραψα και διάβασα στις 12/11/2011 στις δύο παρουσιάσεις που έγιναν από το Βιβλιοπωλείο Φλωράς στον Πειραιά και το Μαρούσι για το μυθιστόρημα του Βασίλη Μόσχη «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της».

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Το χάρισμα του ραβδοσκόπου

Κι αυτοί που έχουν το χάρισμα, αγρίμια είναι ή πάλι μισοί άνθρωποι μισοί ξωτικά, νεραϊδογέννητα πλάσματα.

…Ο Στράτος άναψε τη δάδα, τη στερέωσε και χούφτωσε το γυρτό ραβδί. Με σφαλιστά τα μάτια ανοιγόκλεισε τρεις φορές την παλάμη του γύρω από τους ρόζους του μέχρι που ένιωσε πως το ραβδί ήταν η συνέχεια του δικού του χεριού. Προχωρώντας με αργά βήματα έσυρε την άκρη του ραβδιού κατά μήκος του ασκητηρίου, ενώ κρατούσε το άλλο χέρι στο ύψος της καρδιάς του. Οι παλμοί του άλλοτε έπεφταν και άλλοτε αυξάνονταν ελάχιστα. Ήξερε πως ό,τι κι αν υπήρχε θα το καταλάβαινε. Θα αισθανόταν πρώτα το ελαφρύ τίναγμα του ραβδιού και μετά το ρίγος θα διαπερνούσε την παλάμη, θα ανέβαινε στον καρπό, θα του έφερνε ένα γαργάλημα στους ώμους, κι από εκεί θα διακλαδιζόταν στο νου και στην καρδιά του.

Οι παλμοί του έπεσαν ξανά και το ραβδί τινάχτηκε από τα χέρια του. Η μυρωδιά της μούχλας κάλυψε τα πάντα και από κάπου μακριά άκουσε έναν ψίθυρο. Κρύος ιδρώτας κυλούσε μέσα από το πανωφόρι του. Ο Στράτος άνοιξε τα μάτια και κοίταξε ίσια μπροστά του, ακριβώς στο σημείο που τα βράχια σχημάτιζαν μια εσοχή, όπου με το ζόρι χωρούσε να ξαπλώσει ένα ανθρώπινο σώμα. Γονάτισε στο υγρό χώμα ψηλαφώντας τα κουρέλια από τα υπολείμματα ενός αυτοσχέδιου στρώματος που χρονολογούνταν δεκαετίες πριν. Τα παραμέρισε κι έχωσε την παλάμη του κατά μήκος του σημείου όπου κάποτε αναπαυόταν ένα ανθρώπινο κεφάλι. Αναγκάστηκε να συρθεί ξαπλωμένος ανάσκελα, και κλείνοντας τα μάτια, για να αποφύγει τα χώματα, τράβηξε ένα δερμάτινο πακέτο…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ 349-350, εκδόσεις Μίνωας.

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Το αρκαδικό τοπίο στην τέχνη και στο έργο του ποιητή Ηλία Σιμόπουλου.

Το απόλυτα ποιμενικό τοπίο της Αρκαδίας, ένα τοπίο ίσως αλλοτινών καιρών χαρίζει γαλήνη και ηρεμία στο νου, αλλά γίνεται αφορμή και για στοχασμό. Κάπως έτσι θα σκέφτονταν και εκείνοι οι παλιοί ποιητές στη θέα των δασωμένων τόπων, των ποταμιών και των πηγών.

Τα ίδια συναισθήματα προκαλούνται από έναν φημισμένο πια πίνακα του Πουσέν που φέρει τον τίτλο «οι ποιμένες της Αρκαδίας» του 1647 που εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου. Τρεις αρκάδες βοσκοί, φέροντες χιτώνες στέκονται γύρω από ένα τάφο με μια στοχαστική μελαγχολία ενώ το φόντο του πίνακα είναι ένα πολύ όμορφο τοπίο. Ο ένας από τους ποιμένες γονατισμένος διαβάζει την χαραγμένη πάνω στον τάφο επιγραφή: “et in Arcadia Ego” που μεταφράζεται ως «και εγώ στην Αρκαδία βρίσκομαι».Οι δύο ερμηνείες της επιγραφής είναι ή ότι ο άνθρωπος στον τάφο έζησε στην Αρκαδία ή (η αλληγορική) ότι ο θάνατος (που προσδιορίζεται με τη λέξη εγώ) υπάρχει και αυτός στην Αρκαδία, δηλαδή ακόμη και σε αυτό το τοπίο που αποπνέει ηρεμία, ομορφιά, γαλήνη ψυχής, ίσως και γιαυτό απεικονίζεται ο σκεπτικισμός στα πρόσωπα. Αλλά αυτό το τελευταίο κατ’ εμένα δεν καταδεικνύει στο ελάχιστο το μάταιο και τη θλίψη, αλλά το ότι ο ίδιος ο θάνατος εκστασιάζεται και υποκλίνεται μπροστά στη μαγεία του αρκαδικού τοπίου. Ακόμη όμως και με την έννοια του θανάτου ως τέλους της ύπαρξης δε μπορούμε να μη σκεφτούμε το εκ νέου ξεκίνημα της ζωής το οποίο εμπνέει η Αρκαδική γη.

Η ίδια αυτή αρκαδική γη γέννησε το μεγάλο μας ποιητή, τον Ηλία Σιμόπουλο που πολλαπλά τίμησε και τιμάει την καταγωγή του, υποψήφιο της Ελλάδας τη χρονιά που διανύουμε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Παιδί του Κραμποβού και του Λύκαιου όρους, η νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα του αναβλύζει μέσα από τις τόσο απλές και συνάμα τόσο μεγάλες ποιητικές του κουβέντες. Τι να πει κανείς για αυτό το ποίημα ύμνο στο χωριό του, το σημερινό Καστανοχώρι, μία πανέμορφη φωλιά τριγυρισμένη από πανήψυλες και βαθύσκιωτες περήφανες αρκαδικές καστανιές. Ένα ποίημα γεμάτο πόνο και λυρισμό, αυτά που το παρελθόν και το παρόν έχουν αποτυπώσει στην αρκαδική γη.

Κραμποβός
Λαμπρό μου όνειρο
Θαμμένο

Στα βάθη του χρόνου.
Είμαι το αίμα σου που τραγουδά

Που τολμά να τραγουδά
Με το θάνατο στα χέρια.
Ανηφορίζοντας τις πλαγιές του Λυκαίου

Κάτω από ερείπια ναών
Ή πλατύφυλλα δένδρα που ανθίζουν
Στις νεκρές πια πλατείες σου
Πουλί της στάχτης και της φωτιάς

Αναζητώ το σώμα σου
-της μνήμης έγκλειστος-
ανάμεσα σε πέτρα και άργιλο
ανάμεσα σε σκυθρωπές
βομβαρδισμένες πολιτείες
κι εταιρείες μ' αναρίθμητα κεφάλαια.
Χωριό μου σταυρωμένο

Που σε μίσησε ο Εγκέλαδος
Προσκυνητής σου ταπεινός
Κυνηγημένος ασυμβίβαστος
Φιλώ το χώμα που με γέννησε
Και καμαρώνω
Τη μεγαλοπρέπεια των βουνών
Που σιωπηλοί πέτρινοι γίγαντες
Μεσ' στους αιώνες άγρυπνοι
Φρουρούν αγέραστοι τη μνήμη σου.

Ο ποιητής τολμά να κάνει όνειρα, τολμά να τραγουδήσει, να υψώσει βροντερή φωνή, να αφυπνίσει. Δεν επιδιώκει να οικτίρει, δε θυμοσοφεί, παρά δείχνει την αγάπη του προς τα άγια χώματα που τον γέννησαν, την αγάπη στη γη, την πίστη στον άνθρωπο που θρέφεται από αυτή την ίδια γη. Θρέφεται σαν οργανισμός και θρέφει παράλληλα τα δικά του όνειρα, όνειρα κατάκτησης του ιδανικού. Προσκυνά το χώμα που τον γέννησε περήφανος για τον τόπο του, πιστός ,παρά το πέρασμα του χρόνου, τις κακουχίες και τα βάσανα, σαν κι εκείνον φρουρός μιας άδολης μνήμης.

Μεγάλο μέρος του έργου του ποιητή μελοποιήθηκε: η “Αρκαδική Ραψωδία” του 1958 μελοποιήθηκε από το μουσικοσυνθέτη Ιωσήφ Μπενάκη .Από τα ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί “Ο Φονιάς” από τον Ιωσήφ Μπενάκη, “Ο Θρήνος της Μάνας” από τον Γιάννη Σπανό, επίσης το ίδιο ποίημα μελοποιήθηκε από τον Ιωσήφ Μπενάκη καθώς και “Ο ύμνος της ειρήνης”.Το ποίημα “Ναυάγιο” μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Teo el Greco στη Νέα Υόρκη, και ο “Ύμνος στα Λύκαια” από τον Ηλία Στασινό.Επίσης το ποίημα “Βιετνάμ” μελοποιήθηκε και από τον Φαίδωνα Πρίφτη και κυκλοφόρησε σε δίσκο.Το 2005 μελοποιήθηκε το ποίημα «το στάδιο των Λυκαίων» από τον Αρκάδα συνθέτη Βαγγέλη Σταυρόπουλο και συμπεριελήφθη στο έργο του «et in Arcadia ego».


ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΛΥΚΑΙΩΝ

Ξένε στον τόπο αυτό που μπήκες
χιλιάδες σε υποδέχονται Λυκαιονίκες
για να σου πούνε μ’ ένα στόμα όλοι μαζί
πως το ωραίο δεν πεθαίνει. Πάντα ζει.
Βάλε τ’ αυτί στην πέτρα και στο χώμα
ν’ ακούσεις προαιώνια μυστικά κι ακόμα
θρύλους πανάρχαιους που αιώνες κουβαλάει
ο θείος Αλφειός που ατέλειωτα κυλάει
Εδώ σ’ αυτή τη γη του Πάνα και του Δία
χρόνια πολλά πριν πάει στην Ολυμπία
άναψε κι έλαμψε του Ολυμπισμού η δάδα
το φως της να σκορπίσει περ’ απ’ την Ελλάδα
Σ’ όλο τον κόσμο στην απέραντη οικουμένη
τη μόνη αλήθεια στους αιώνες να σημαίνει
πως στη ζωή το αγαθό το πιο μεγάλο
είναι η λευτεριά με την ειρήνη. Τίποτ’ άλλο

Ο ποιητής με αισιοδοξία μεταφέρει το παναθρώπινο μήνυμα του Ολυμπισμού και της ευγενούς άμιλλας, τη δύναμη του ελληνικού φωτός που η δάδα του φέγγει πεισματικά μέσα στα σκοτάδια για να διακηρύξει ότι η λευτεριά και η ειρήνη είναι τα πιο μεγάλα αγαθά. Και μόνο αυτοί του οι στίχοι αποτυπώνουν τη μεγαλειώδη ποίησή του και αποτελούν το δικό του και δικό μας έπαθλο, ένα βραβείο που απονέμεται καθημερινά καθώς επαναλαμβάνουμε τα ιερά του λόγια. Γέφυρες χτίζει με αυτά τα ποιήματα, πονήματα, δημιουργήματα, χέρι απλώνει σε όλους μας, μας λούζει με μια βροχή ελπίδας, στοχάζεται και στοχαζόμαστε μαζί του!

ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ

Ξαναγυρίζω σε σας νοσταλγός
πατρικά χώματα. Βουνά οι φλέβες μου
ανάμεσα στη σάρκα και σε μένα
Όλα τυφλά δε με γνωρίζουν
Η πόρτα του κήπου γκρεμισμένη
ο δρόμος πνιγμένος στα βάτα
τα δάκρυα του ήλιου πράσινα
Όμως οι μνήμες αγέραστες.
Τα ζουμπούλια δίπλα στα ρόδα
οι μουριές φορτωμένες χρόνια
η μυγδαλιά με την πρώιμη άνθιση
τα γεράνια που λάμπουν στον ήλιο
Το χωριό μου είναι μικρό
Σαν ένα κουτί σπίρτων
Όμως στον ουρανό του
περήφανα τα χέρια των άστρων
χειροκροτούν την έλευσή μου
Έμφορτες βάρκες ονείρων
μ’ ακολουθούν
Χαίρε νιότη αγέραστη
Στα χέρια του πεπρωμένου
(Εσπερινός Απόλογος) 1983

Πλημμυρισμένη μικρά σπιρτόκουτα, χωριά φωλιές αετών και άλλα πάλι καταφύγια νυμφών και νεράιδων είναι η γη της Αρκαδίας. Χώματα γεμάτα μνήμες, χαράδρες και βουνοπλαγιές δασωμένες, γη της ζωής, της χαράς, της αναγέννησης, γη ποτισμένη με αγώνες και θυσίες, χώματα, βράχια και νερά που ψιθυρίζουν το βουβό πόνο του αποχωρισμού, την ελπίδα της επιστροφής, την αγάπη και τη φωτεινότητα που πηγάζουν μέσα από τις λέξεις «Νόστιμον ήμαρ».

Στο μεγάλο μας ποιητή που επί ογδόντα χρόνια καταθέτει την ψυχή του και την αγάπη του για τόπους και ανθρώπους, εκφράζω ταπεινά την ευγνωμοσύνη μου!!!

Το παραπάνω είναι η παρουσίαση της ομιλίας μου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Μεγαλόπολης, την Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011, στα πλαίσια της τιμητικής εκδήλωσης για τον ποιητή Ηλία Σιμόπουλο, προταθέντα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Χρήστος Ναούμ: Αχ! αυτές οι βασίλισσες!

Η τραγική όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέτι, Μαρία Στουάρντα, στην οποία έμμεσα γίνεται αναφορά στη σελίδα 489 του μυθιστορήματος του Χρήστου Ναούμ «Αχ! αυτές οι βασίλισσες» μιλάει για τον αλληλοσπαραγμό και τη διαφορετικότητα του χαρακτήρα ανάμεσα στη Μαρία Στιούαρτ και την ξαδέλφη της Ελισάβετ. Η Μαρία, βασίλισσα της Σκωτίας κρίθηκε ένοχη ανθρώπινων αμαρτιών: παρορμητική, παράφορη στο να ερωτεύεται, να μισεί, να ενθουσιάζεται αχαλίνωτα, να καταθλίβεται μέχρι τελικής πτώσης, ανίκανη τελικά να διαχειριστεί τις ίντριγκες που η ίδια ή άλλοι κατασκεύαζαν. Λάθος άνθρωπος στη λάθος στιγμή καθώς είχε να αντιμετωπίσει τη χρηστότητα της Ελισάβετ, της παρθένου βασίλισσας, γυναίκας ψυχρής και αδιάφορης στα πάθη, ικανής ηγέτιδας που οδήγησε τη χώρα της σε άνθηση.

Και να λοιπόν που σε όλο το μυθιστόρημα έχουμε να κάνουμε με αυτό τον αλληλοσπαραγμό και το συνεχή πόλεμο που η γυναικεία φύση όπως εκφράζεται μέσα από τα διαφορετικά πρόσωπά της εξαπολύει έναντι παντός και του εαυτού της μαζί.

Οι ήρωες του συγγραφέα κινούνται στο Βορά και το Νότο της Ελλάδας ψάχνοντας το όνειρό τους, χρησιμοποιώντας ο καθένας ό,τι ο χαρακτήρας και η θέση του στην κοινωνία υπαγορεύει.

Η εξ Αλεξανδρείας Χαιτέα επικοινωνεί με τα πνεύματα για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Στο σπίτι της μπαινοβγαίνουν πελάτισσες, η αγαπημένη της παραπονιάρα γάτα, η ξαδέλφη της μοναχή Μυροφόρα που διακατέχεται από τα ανθρώπινα πάθη τα οποία αποτάσσεται, η στρουμπουλότατη πλην χαρισματική κόρη Αφρούλα και ο αιθεροβάμων γιος Διομήδης, επίδοξος σεναριογράφος, συγγραφέας, σκηνοθέτης. Μπλέκονται ο ένας στα πόδια του άλλου, μαλώνουν, τα ξαναβρίσκουν, η πόρτα τους ανοίγει και κλείνει για να υποδεχτεί κάθε καρυδιάς καρύδι. Οι συγκάτοικοι δίνουν και παίρνουν σε αυτή την πολύπαθη πολυκατοικία. Οι ήρωες δένονται με το νήμα του μύθου, άλλοι γερά πιασμένοι στις θηλιές του, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν φιλίες, έρωτες και εστίες και άλλοι υπ’ ατμόν έτοιμοι να παρασυρθούν όπου τους βγάλει η ιδιοτροπία του ξαφνικού αέρα.

Ένα πολύχρωμο και ιδιόμορφο πλήθος είναι οι ήρωες του Χρήστου Ναούμ, όπως αυτό το περίεργο σαν ουράνιο τόξο ανθρωπομάνι που διαδηλώνει για τα δικαιώματα των πνευματιστών και άλλων επιδέξιων και μη, μπλοκάροντας την κυκλοφορία και προκαλώντας τη θυμηδία των περαστικών κάπου μέσα στη μυθιστορηματική μεγαλούπολη που όμως δε διαφέρει σε τίποτα από την πραγματική.

Όνειρα, πάθη, λάθη στοχεύουν πού αλλού; στην αγάπη.

Την αγάπη που αναζητάει ο ευαίσθητος Πλάτωνας μέσα από την προβληματική του σχέση με το βίαιο Άρη.

Την αγάπη που καταπίεσε η Λάουρα, η αδικημένη Ρουμάνα που οι ίντριγκες των πεθερικών τής στέρησαν το παιδί της.

Την αγάπη που στερήθηκε η Εύα και τη βρήκε στην εν πολλαίς επαγγελματικές αμαρτίες συζυγική και πατρική φιγούρα του Αντώνη.

Την αγάπη που για τη Τζένη βρίσκει την ολοκλήρωσή της μόνο μέσα από το σωματικό πόνο.

Την αγάπη που ταρακούνησε τόσο το Διομήδη ώστε να τον κάνει να αλλάξει θρησκεία και πατρίδα και να μάθει να σκέφτεται διαφορετικά.

Την αγάπη της σινιόρας Μπαρντίνι για μια ξεχασμένη Αθήνα, ένα ετοιμόρροπο νεοκλασικό και μια αιώνια μουσική.

Την αγάπη και την αποδοχή του εαυτού της, την αγάπη που προσφέρει απλόχερα στους άλλους, την αγάπη για το ίδιο το υπέρβαρο σώμα της, την αγάπη των ονείρων που τελικά πραγματοποιεί η Αφρούλα.

Τι ενώνει και τι χωρίζει άραγε όλους αυτούς τους ανθρώπους πάνω από το μνήμα του σκοτεινού επιχειρηματία Αντώνη; Πόσο θα επιβιώσει μία άσπονδη φιλία; Πόσα χωρίζουν την όπερα από τη λαϊκή μουσική; Οι διαφορές μας είναι αυτές που θέτει ο κοινωνικός περίγυρος ή τα προσωπικά μας στεγανά;

Σε αυτό το πολύβουο, πολύχρωμο σκηνικό που στήνει ο Χρήστος Ναούμ, ένα είναι το σίγουρο: Θα επιβιώσει αυτός που θα παραδεχτεί και θα αποδεχτεί πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους. Αυτός που δε φοβάται να αγαπάει αυτό που επιθυμεί και όχι αυτό που οι άλλοι επιβάλλουν. Αυτός που είναι πρόθυμος να ακολουθήσει τη συμβουλή της Αφρούλας: «Κι όταν σου προσφέρουν αγάπη, να την παίρνεις σαν τη σοκολάτα. Να τη γεύεσαι και να τη φχαριστιέσαι…Κι ύστερα να τη μοιράζεις με τη σειρά σου».

«Αχ! αυτές οι βασίλισσες», 619 σελίδες γεμάτες από τη χαρισματική αφήγηση ενός συγγραφέα που με εύστοχες πινελιές ευαισθησίας, λεπτού σαρκασμού και ανθρωπιάς κάνει τον αναγνώστη να αφεθεί στη μαγεία της μυθιστορηματικής τέχνης.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

η ακριβή ανάσα του νερού-το τέλος του ταξιδιού

Πώς ένα τόπος αποτελεί πηγή έμπνευσης για ένα ολόκληρο μυθιστόρημα; Στην ακριβή ανάσα του νερού γίνονται πολλές αναφορές σε μέρη στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ο βασικός γεωγραφικός άξονας όμως είναι το κέντρο περίπου της Αρκαδίας και η Νέδα, το ποτάμι που έδωσε το ερέθισμα στη φαντασία μου. Για να στήσω την ιστορία μου, το ακολούθησα από τις πηγές του κάπου κοντά στο Λύκαιο όρος και έφτασα στο Στόμιο, στο σημείο όπου τελειώνει το μυθιστόρημα και όλα τα σκοτεινά μυστικά που στοιχειώνουν το παρόν αποκαλύπτονται.

…Το βουητό του νερού γινόταν πιο έντονο. Το κρύο ήταν διαπεραστικό και η ατμόσφαιρα βαριά από την υγρασία. Από το μισάνοιχτο παράθυρο έμπαινε ορμητική η μυρωδιά της νοτισμένης γης, φιλτραρισμένη από εκείνη των αρωματικών θάμνων που αγκάλιαζαν τις όχθες. Λίγα μέτρα παρακάτω, το ποτάμι στένευε τόσο, που οι πέτρινοι όγκοι υψώνονταν απειλητικοί, κλείνοντας σχεδόν το φαράγγι και οριοθετώντας το τέλος της διαδρομής με το αγροτικό.

Ο Στράτος με το Ρήγα στο κατόπι του, έστριψε αριστερά και προχώρησε με τα πόδια μέχρι που βρέθηκε μπροστά στα λαξεμένα σκαλοπάτια. Από πάνω του και ξανά αριστερά διακρινόταν αχνά το άσπρο ασβεστωμένο περίγραμμα από το ξωκλήσι. Ταυτόχρονα, ο ήχος του καταρράκτη ακουγόταν πλέον εκκωφαντικός. Είχε φτάσει στον προορισμό του. Το μονοπάτι έβγαζε στο εκκλησάκι, και λίγο πιο πάνω, χωμένο στα κόκκινα βράχια βρισκόταν το ασκητήριο, και ακριβώς από κάτω περίμενε η σκοτεινή σπηλιά. Ο αχνός από τον καταρράκτη κάλυπτε τον ορίζοντα με ένα λεπτό στρώμα ομίχλης. Τα βράχια κύκλωναν το τοπίο σε χρωματικές παραλλαγές, ξεκινώντας από το χρώμα της απαλής ώχρας έως το βαθύ κόκκινο του σχηματισμού στην είσοδο της σπηλιάς, εκεί που το νερό του ποταμού έμπαινε αφρίζοντας για να διανύσει ορμητικό κάτι λιγότερο από εξήντα μέτρα…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ.347-348, εκδόσεις Μίνωας.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Κυνηγοί θησαυρών

Θησαυρός, μια λέξη που παραπέμπει σε παραμύθια, κάτι κάπου καλά κρυμμένο, αυτό που θα χρειαστεί αντρειοσύνη και θάρρος, εξυπνάδα και πονηριά, κόπο και δρόμο πολύ για να αποκτηθεί.

Τα παραμύθια και η πραγματικότητα πολλές φορές συμπορεύονται βρίσκοντας κάπου τη δίοδο να συναντηθούν. Για τους σύγχρονους παραμυθάδες ή καλύτερα για τους κυνηγούς θησαυρών το μέσο συνάντησης είναι οι ανιχνευτές μετάλλων. Με ένα υπερμοντέρνο και πανάκριβο συνήθως εξοπλισμό, οι Ιντιάνα Τζόουνς των καιρών μας εξορμούν σε αναζήτηση μυθικού πλούτου. Απαραίτητος βέβαια και ο χάρτης ο οποίος οδηγεί σε βουνά και λαγκάδια ώσπου ο θησαυρός να αποδειχθεί άνθρακας. Αυτό δεν πτοεί τους ερασιτέχνες ανασκαφείς οι οποίοι ξεχύνονται εκ νέου ψάχνοντας τιμαλφή, νομίσματα, χειρόγραφα και ό,τι άλλο πολύτιμο η ιστορία μπλεγμένη με τον θρύλο υποδεικνύει. Μπορεί να είναι κάποιος θησαυρός από τα χρόνια των πειρατικών επιδρομών ή από την Τουρκοκρατία, μπορεί πάλι να έχει να κάνει με σελίδες πιο πρόσφατες όπως αυτές της Γερμανικής Κατοχής ή του εμφύλιου πολέμου.

Στην ακριβή ανάσα του νερού, κανένας δε μπορεί να υποψιαστεί τι κρύβεται πίσω από μια αγγελική παρουσία. Κανένας δε γνωρίζει ότι κάποιος βαδίζει πάνω σε ένα προδιαγεγραμμένο μονοπάτι. Όταν όμως αυτό το τελευταίο οδηγεί στη γη της Αρκαδίας,…..

…Οι ενδείξεις στον ανιχνευτή τον έκαναν να αναθαρρήσει. Σίγουρα κάτι υπήρχε, κάτι που έκανε τους παλμούς του να ανέβουν. Στερέωσε το φακό και κοίταξε προσεκτικά. Ύστερα άρπαξε αποφασιστικά το φτυάρι κι άρχισε να σκάβει. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε «χτυπήσει» ο ανιχνευτής, δε βρισκόταν σε μεγάλο βάθος. Γεμάτος έξαψη, πετούσε το χώμα πάνω από τον ώμο του μέχρι που χτύπησε σε μέταλλο. Έσκυψε πάνω από το λάκκο με το φακό και φώτισε τη σκαμμένη γη. Ξέχωσε προσεκτικά το παραλληλόγραμμο κουτί που είχε ξεθάψει και το καθάρισε από τα χώματα. Παρότι το μέγεθός του δεν ήταν άξιο λόγου, με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να το ανοίξει. Το καπάκι είχε σφηνώσει και χρειάστηκε αρκετή δύναμη ώσπου να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο. Τα τεντωμένα του νεύρα είχαν σμπαραλιαστεί από την αγωνία, καθώς σε ελάχιστα δευτερόλεπτα θα ανακάλυπτε τι έκρυβε τόσα χρόνια ο πονηρός γέρος…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελίδα 335, εκδόσεις Μίνωας.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Μεσημέρι στον Πειραιά- ο βομβαρδισμός

Μια από αυτές τις μαύρες σελίδας που η Ιστορία ατελείωτα γράφει, είναι και ο βομβαρδισμός του Πειραιά από συμμαχικά αεροπλάνα, στις 11 Ιανουαρίου του 1944. Ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι θα κάνει την Ελλάδα να θρηνήσει ακόμη μια φορά για τα παιδιά της.

Στην ακριβή ανάσα του νερού, ένας Γερμανός στρατιώτης θυμάται την αποφράδα εκείνη ημέρα.

... Ήρθε το 1944 κι έφτασε ο πρώτος μήνας στις 11, μια μέρα που κανείς δεν θα ξεχνούσε. Ήταν χαρά Θεού. Ο ήλιος φώτιζε το μαύρο χειμώνα του λιμανιού και οι δρόμοι είχαν γεμίσει κόσμο. Όλα έγιναν σε δευτερόλεπτα, κι όμως, τόσα χρόνια μετά, νομίζω ακόμη πως κράτησαν ώρες. Πρώτα η βοή, και ύστερα τα αντιαεροπορικά, που ο ήχος τους τρυπούσε τα αυτιά. Ο κόσμος έμεινε παράλυτος, μαρμαρωμένος, σαν να μην είχε καταλάβει… και ξαφνικά σκοτάδι.

»Τι θυμάμαι; Κραυγές, γυναικείες και αντρικές, που γινόντουσαν ένα με τα αποκρουστικά σφυρίγματα. Όλα γύρω τραντάζονταν, και η γη μούγκριζε λες και ήθελε να δείξει την οργή της. Οι άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι για να φτάσουν στο κοντινότερο καταφύγιο. Η σκόνη, τα τούβλα και τα ανθρώπινα μέλη έγιναν ένα. Όσους είχαν αποφύγει τις ίδιες τις βόμβες τους είχε πετάξει το ωστικό κύμα, μπερδεμένα κουβάρια πάνω σε σπασμένες πόρτες, σωρούς από ξύλο και σοβάδες, με χέρια και πόδια στρεβλωμένα και πρόσωπα με τον τρόμο παγωμένο στα χαρακτηριστικά τους. Με φρίκη τα παρατηρούσα όλα αυτά, σαν να βρέθηκα εκεί εντελώς τυχαία. Ούτε που είχα καταλάβει πως από θαύμα ζούσα ακόμη, και τσιμπώντας το μουδιασμένο μου σώμα για να βεβαιωθώ πως όλα ήταν στη θέση τους, είδα με μάτια γεμάτα έκπληξη και θαυμασμό αυτή που θα γινόταν η γυναίκα μου, να σκύβει πάνω από ένα κοριτσάκι. Τα μαλλιά της, γεμάτα σκλήθρες και αποκαΐδια, έπεφταν στο πρόσωπό της καθώς προσπαθούσε να σηκώσει τη μικρή που κλαψούριζε χαμένη. Εκείνο το παιδί όμως, αδύνατο σαν κλαράκι, έμοιαζε να έχει ριζώσει στο δρόμο, και με μια πρωτόγνωρη δύναμη αντιστεκόταν. Οι αδύναμες στην αρχή φωνές διαμαρτυρίας του κατέληξαν σε θρήνο ίδιο με τις σειρήνες. Η μητέρα σου κοίταξε ολόγυρα ψάχνοντας κάποιον να βοηθήσει. Λίγο παραπέρα, ένα καρότσι έστεκε ανάποδα, με μια ρόδα μονάχα να του έχει απομείνει, και η πραμάτεια του, φτηνά υφάσματα που τώρα ήταν κουρελιασμένα, είχε σκορπίσει βορά σε αρπακτικά χέρια. Η ανέχεια δε γνωρίζει λύπη. Επιτήδειοι αλήτες αλλά κι εκείνοι που η απελπισία τους είχε παραμερίσει την ανθρωπιά άρπαζαν ρούχα, τρόφιμα, ακόμη και κατοχικά λεφτά που έμοιαζαν να πέφτουν βροχή από τον ουρανό. Το μικρό κορίτσι έστρεψε το βλέμμα του στο καρότσι, και καθώς είδε τα άπληστα χέρια να προσπαθούν να το γυρίσουν όρθιο άρχισε να ουρλιάζει. Και τότε η φωνή της μητέρας σου με κεραυνοβόλησε. “Εσύ! Τι κοιτάζεις;” μου φώναξε. Σαν σε όνειρο, άρπαξα το όπλο μου και όρμησα στους κλέφτες, όμως αυτοί είχαν γίνει ήδη καπνός. “Βοήθησέ με!” με διέταξε τότε εκείνη, και απόρησα πώς έβγαινε τόση αγριάδα από μέσα της… Ήμουν στρατιώτης, όμως πρώτη φορά ο θάνατος μου είχε φανεί τόσο άδικος κι αποκρουστικός. Ντρεπόμουν, πρώτα για εμάς και μετά για όλους τους άλλους, για όλους εμάς που ο σκοπός κάποιων αρρωστημένων μυαλών άγιαζε τα δικά μας μέσα!»

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ.222-224, εκδόσεις Μίνωας.

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Ένας έρωτας ανθίζει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής

Ένας έρωτας ανθίζει στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής: Εκείνος ο κατακτητής, εκείνη η κατακτημένη. Όταν χτυπήσει η καρδιά, οι όροι θα αντιστραφούν. Ακούγεται ίσως κλισέ, αλλά σταμάτησε ποτέ η ζωή; Υπήρξαν οι αντίξοες συνθήκες αποτρεπτικός παράγοντας για την ανθρώπινη ύπαρξη; Τι φέρνει κοντά δυο ανθρώπους κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες; Είναι η αβεβαιότητα για το αύριο, είναι η ένταση του συναισθήματος ή η διαφορετική πορεία που ακολουθούν σχεδόν πάντα η λογική και η καρδιά;

…«Πρωτοείδα τη μητέρα σου στην αγορά του Πειραιά σε μια περιπολία. Μια ψηλή κοπέλα, ισχνή από την πείνα, με μακριά μαλλιά κυματιστά που της έφταναν έως τη μέση. Ακόμη θυμάμαι τι φορούσε. Ήταν ένα φόρεμα στο χρώμα του βερίκοκου, με μια φαρδιά ζώνη στη μέση, σφιχτοδεμένη τόσο, που φοβόσουνα πως θα πάθει ασφυξία. Το φόρεμα όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, το είχε ράψει μόνη της από κάτι παλιές κουρτίνες. Την παρατηρούσα όπως είχε σταματήσει και κοίταζε τα πορτοκάλια. Ήταν ο μήνας Οκτώβριος. Ένιωσα άσχημα, όπως κάθε φορά που έβλεπα τα πελώρια μάτια των ανθρώπων να στυλώνονται πάνω στα ελεεινά φαγώσιμα, σταφιδιασμένα κι αυτά κι αφυδατωμένα σαν τα κορμιά τους. Η μητέρα σου, σαν να κατάλαβε πως την κοιτούσα, με κάρφωσε με το βλέμμα της. Το πρόσωπό της ήταν όλο μια περιφρόνηση μαζί με ένα μεγάλο «γιατί». Γιατί πεινούσε; Γιατί βρισκόμασταν εκεί; Ποιο αρρωστημένο μυαλό είχε πάρει τις τύχες τους στα χέρια του; Χίλια «γιατί» έμοιαζαν να βγαίνουν από το στόμα της, χωρίς να σχηματίζεται κανένας ήχος. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, διάλεξα ένα πορτοκάλι, αυτό που φαινόταν το λιγότερο ζαρωμένο, και της το πρότεινα. Η δυσπιστία και η πείνα πάλευαν στα μάτια της, μέχρι που η πείνα νίκησε. Η μητέρα σου πήρε το ανέλπιστο δώρο και κρατώντας το σφιχτά σαν κάτι πολύτιμο, κούνησε το κεφάλι, και κάνοντας απότομα μεταβολή έφυγε τρέχοντας. Μπορεί και να είχα ξεχάσει το περιστατικό, αν για μέρες χωρίς να το θέλω δεν έφερνα το πρόσωπό της στη μνήμη μου. Τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της και τα δυνατά ζυγωματικά της μου θύμιζαν έναν πίνακα που η δική μου μητέρα είχε ως μόνο ενθύμιο από την πατρίδα της. Απεικόνιζε μια πριγκίπισσα που περίμενε καρτερικά στις επάλξεις του κάστρου της αυτόν που θα έσωζε την πόλη κι εκείνη μαζί…

Η ακριβή ανάσα του νερού, εκδόσεις Μίνωας, σελ.221-222.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η ακριβή ανάσα του νερού: η ταινία μέσα στο μυθιστόρημα

Στην ακριβή ανάσα του νερού οι βασικοί ήρωες κινούνται στο χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου. Και η λυτρωτική δύναμη του νερού δίνει την έμπνευση για μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή της πλοκής του μυθιστορήματος.

Η καριέρα της Μαρίτας απογειώνεται καθώς η ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί αποσπά το βραβείο στο φεστιβάλ του Βερολίνου, μία διάκριση που θα ταράξει τα λιμνασμένα νερά της ζωής της και θα την φέρει κοντά σε αυτόν που αναζητάει η καρδιά της. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι οι σκέψεις που κάνει ο σκηνοθέτης Μίρο Κραφτ πάνω στη συγκεκριμένη ταινία.

…Ο Μίρο έπαιξε νευρικά με το ποτήρι του. Ποιος ο λόγος να έχει κάτι να γιορτάζει; Ντρεπόταν για τον εαυτό του. Η ακριβή ανάσα του νερού ήταν ένας συμβολισμός για τη ζωή και το θάνατο, και είχε να κάνει με την ιστορία της Αγγέλας και του Άντον. Ο Χάιλιχ, επηρεασμένος από τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας και τα Αρκαδικά του Παυσανία, είχε σχεδιάσει μία ταινία-οδοιπορικό. Σαράντα χρόνια μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Άντον θα επέστρεφε στην Ελλάδα για να εξιλεωθεί από τις τύψεις του. Σε όλη του τη ζωή δεν έφτασε πουθενά, δεν έκανε οικογένεια, και έμεινε μόνος, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει από τη φρίκη του πολέμου. Στη μοναχική πορεία του προς τη λύτρωση, θα συναντήσει την Αγγέλα, που ζει σε ένα χαμόσπιτο στα βράχια που ορθώνονται πάνω από ένα απότομο ποτάμι. Η παράξενη γυναίκα θα γίνει ο οδηγός της ψυχής και της συνείδησης του Άντον. Το οδοιπορικό του ζευγαριού από το ποτάμι στη θάλασσα ήταν ταυτόχρονα και η πορεία προς τη λύτρωση…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ.156, εκδόσεις Μίνωας.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Γραφή

Το ταξίδι του συγγραφέα είναι μοναχικό αλλά και μοναδικό μαζί. Η ώρα της δημιουργίας είναι μια επίπονη διαδικασία ψυχικής αποσυμπίεσης. Ίσως αυτό να ακούγεται βαρύγδουπο ή πάλι μπορεί κάποιοι να συμφωνήσουν.

Ο συγγραφέας αποτυπώνει, απογυμνώνεται και καταθέτει την ψυχή του σε μια προσπάθεια να βγάλει αυτό που τον βασανίζει. Μπορεί να είναι κοινωνικός προβληματισμός, διαμαρτυρία, η έκρηξη μίας βουβής οργής, η υπερχείλιση συναισθημάτων ή απλά ένας τρόπος επικοινωνίας.

Πάντα όμως κάτι έχει να πει, να καταθέσει, ακόμη κι όταν αυτό φαίνεται ανούσιο σε κάθε κριτικό ειδικό ή μη, αν ενοχλεί, ξενίζει, σκανδαλίζει ή απλά φέρνει ειρωνικά χαμόγελα.

Μου δημιουργεί αμηχανία η ερώτηση «εσείς τι γράφετε;» Σαν να μπορείς να βάλεις μια ταμπέλα στην ψυχή σου και να την καταχωρήσεις κάπου, να τη βολέψεις σε ένα τίτλο και να είναι όλοι ευχαριστημένοι.

Ακούμε και διαβάζουμε τόσες πρακτικές συμβουλές του τύπου: δημιουργείστε δυνατούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες, αποφασίστε για την κεντρική σας ιδέα, γράψτε ένα περίγραμμα ή μια περίληψη του μυθιστορήματος ή όποιου άλλου πονήματος έχετε κατά νου. Ο μύθος σας να έχει αρχή, μέση και τέλος. Να γράφετε κάθε ημέρα έστω και αν το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό. Μη χρησιμοποιείτε φλύαρες παρομοιώσεις και παρόμοιου τύπου στοιχεία. Μην υπερβάλετε στα επίθετα και τους χαρακτηρισμούς σας. Μην… Κάντε….. Προσέξτε…

Θεωρητικά όλα αυτά είναι πολύ καλά. Χρειάζεται όμως κάτι ακόμη. Ψυχή και ταλέντο. Όσοι γράφουμε πιστεύουμε ότι διαθέτουμε το πρώτο. Όσο για το δεύτερο, αυτό θα το κρίνουν οι αναγνώστες.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος: Ψυχές που δεν τις ζέστανε η αγάπη

Τη δεκαετία του πενήντα η Υπάτη ανοίγει τα μάτια της σε ένα κόσμο που μόνο στερημένη αγάπη έχει να της δώσει. Η μάνα της την εγκαταλείπει στη φροντίδα των συγγενών και το μικρό κορίτσι μεγαλώνει μέσα στην συναισθηματική ανασφάλεια. Θέλοντας να ξεφύγει από τη μιζέρια, η Υπάτη θα εκμεταλλευτεί τη γνωριμία της με τον Γιώργο που θα οδηγήσει σε ένα γάμο. Όμως τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα ονειρεύεται. Ο Γιώργος είναι ήδη παντρεμένος και η Υπάτη σε ελάχιστους μήνες θα βρεθεί να έχει χάσει τα πάντα: ο Γιώργος σκοτώνεται και η ίδια αποχωρίζεται το παιδί της και μαζί την ελευθερία της. Ο κόσμος αλλάζει, τα όνειρα γκρεμίζονται. Μετά την έκτιση της ποινής της, η Υπάτη μεταμορφωμένη αποφασίζει να αποδώσει τα ίσα στη μοίρα της, όμως μια αλληλουχία γεγονότων θα φέρει την τρικυμία στο μυαλό και την καρδιά της.

Ένα ερωτικό απωθημένο, η εμμονή, η αναζήτηση αυτού που πάντα ξεφεύγει, ο χρόνος που κυλά ουδέτερος και αδιάφορος. Οι πολλαπλές εικόνες της Υπάτης διαστρεβλώνονται μέσα από τον καθρέφτη της κοινωνίας, μιας κοινωνίας με αδιάλειπτα μεταβαλλόμενο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό υπόβαθρο, μιας κυψέλης όπου τα πολύβουα έντομα ποδοπατούν το ένα το άλλο άλλοτε προσπαθώντας να προσεγγίσουν και άλλοτε να απομακρυνθούν από τη βασίλισσά τους. Ποιος θα καταφέρει να αγγίξει την ψυχή της Υπάτης, να γιατρέψει τον πόνο και να αποκαταστήσει τις ισορροπίες στον κόσμο της; Πότε και πώς;

Ο κόσμος της Υπάτης, ο κόσμος έτσι όπως τον ορίζει ο συγγραφέας της ούτε μαγικός ούτε μαγευτικός είναι. Δεν είναι αγγελικά πλασμένος, δεν είναι ηθικός, είναι απλά ο κόσμος στον οποίο ζούμε και αναπνέουμε είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι. Με το δικό του ξεχωριστό τρόπο αφήγησης, ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος χρησιμοποιεί το μύθο απλά σαν πρόφαση. Η ουσία ή το διάβασμα πίσω από τις λέξεις όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι η κατάθεση της δικής του φιλοσοφίας ζωής. Σκέψεις, κρίσεις, επικρίσεις, αλήθειες που πονάνε, ιστορίες της διπλανής πόρτας ή και της δικής μας ακόμα. Γινόμαστε κοινωνοί, παραδινόμαστε σε αυτό το ταξίδι, ταυτιζόμαστε με τα πρόσωπα που συνδιαλέγονται αρνούμενοι να τα κατηγοριοποιήσουμε ή και να τα περιθωριοποιήσουμε, γιατί, κακά τα ψέματα, κάπου αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας ή ένα δικό μας άνθρωπο. Κάπου όλοι έχουμε φωνάξει ή απλά ψελλίσει τα ρήματα που απαρτίζουν το status quo της Υπάτης.

Στερούμαι: Η Υπάτη έχει στερηθεί το αυτονόητο, την οικογενειακή θαλπωρή και τη μητρική αγάπη. Αυτή η έλλειψη τη συνοδεύει στη ζωή της, καθορίζει το χαρακτήρα της, τις κινήσεις, τις αντιδράσεις της.

Επιθυμώ: Επιθυμούμε το ανέφικτο, το πρακτικώς αδύνατο, το ιδεατό ή το προσαρμοσμένο στα ανθρώπινα μέτρα; Η Υπάτη επιθυμεί τα υλικά αγαθά ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Κάπου η πρώτη επιθυμία καταλήγει σε αυτοσκοπό, κάπου το ταξίδι της σταματάει σε λάθος σταθμό. Αυτά που πραγματικά επιθυμεί παραγνωρίζονται και στην ουσία ξεχνιούνται, ο χρόνος μένει στάσιμος, η ανάγκη για αγάπη σε μόνιμη εκκρεμότητα πλανιέται στο χωροσύμπαν.

Αγγίζω: Το άγγιγμα της φυσικής επαφής προσφέρει μια επιφανειακή απόλαυση καθώς γρήγορα οι προσδοκίες διαψεύδονται. Οι συγκυρίες και η αποκοίμηση της συνείδησης θα της φέρουν μόνο το σύνδρομο του Μίδα. Ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός, όμως η ίδια πλέον δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει τα θέλω της.

Ψηλαφώ: Με τα μάτια της ψυχής κλειστά, παραδομένη σε νοητικά σκοτάδια, ψηλαφίζει το μεταφυσικό, νομίζοντας ότι έτσι θα βρει το ιδανικό αναλώνοντας το χρόνο της, ξεχασμένη από τον ίδιο το χρόνο.

Κατέχω: Και είναι εκείνες οι στιγμές που παραγνωρίζει τι σημαίνει να έχει την αγάπη έστω και ενός ανθρώπου, τη θεωρεί δεδομένη και ψάχνει ξανά χτίζοντας τα δικά της παλάτια στην άμμο.

Χάνομαι: Η Υπάτη περιδινίζεται σε εξωπραγματικές καταστάσεις αναζητώντας τον ιδανικό έρωτα, παύοντας να υπάρχει ως και για αυτούς που της προσφέρουν την αγάπη τους. Τα όνειρά της στεγάζονται στην αμφισβήτηση, το μεταφυσικό, την αδικία που της έγινε από τη ζωή.

Χάνω: Ο κόσμος γύρω της αλλάζει κι αυτή μένει στάσιμη, χάνοντας την ευκαιρία να ξαναχτίσει τη σχέση με τη μητέρα της, να κερδίσει την επαφή με το παιδί της, χάνοντας την ίδια τη ζωή.

Αναγεννιέμαι: Μέσα από τα πάθη και τα σφάλματα ακόμα και ο πιο αποκοιμισμένος κάποτε ξυπνά. Όταν έχεις φτάσει στον πάτο του γκρεμού, δεν υπάρχει το παραπέρα. Τι κάνεις τότε; Επιλέγεις τα δικά σου σκοτάδια ή σκαρφαλώνεις ξανά προς την κορυφή; Κατανοείς ότι πρέπει να αφήσεις πίσω σου κάποια πράγματα, να σκεφτείς επιτέλους ότι το παρελθόν οφείλει μόνο να διδάσκει για να αρπάξεις το παρόν και να κατακτήσεις το μέλλον;

Μέσα από τους ζωντανούς διαλόγους, με ένα αφηγηματικό ύφος που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, με τόλμη αλλά και ανθρώπινη σοφία, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει και ξεγυμνώνει την κοινωνία που εμείς οι ίδιοι φτιάξαμε. Μας δίνει το λαβύρινθο, μας δίνει και το νήμα που θα ακολουθήσουμε για να βρεθούμε στο κέντρο του και πάλι έξω. Η εγγύηση είναι ότι η περιπλάνηση θα μας κάνει πιο ανθρώπινους, πιο δοτικούς και λιγότερο απόλυτους, θα μας ωθήσει να κατανοήσουμε τα δικά μας πάθη, φοβίες και εμμονές.

«Περίμενα να πάρω την περιουσία του Χαντρινού για να κάνω καλύτερη τη μίζερη ζωή μου! Την περιουσία την πήρα, αλλά η ζωή μου δυστυχώς δεν έγινε καλύτερη….Δεν έγινα καλύτερη μάνα! Δεν έζησα όλα αυτά που επιθυμούσα…Τώρα που μπορώ να γυρίσω το κεφάλι στο παρελθόν, αντιλαμβάνομαι το σκόρπισμα και τη χασούρα σ’ όλο τους το μεγαλείο…Ξόδεμα ψυχής και συναισθημάτων…Αυτό είναι το δικό μου πόρισμα. Τα λεφτά και τα σπίτια είναι μία χίμαιρα…Εμένα τουλάχιστον δεν με έκαναν περισσότερο ευτυχισμένη…» Ψυχές που δεν τις ζέστανε η αγάπη, εκδόσεις Ωκεανός, σελ. 510.

Ψυχές που δεν τις ζέστανε η αγάπη: Εκεί όπου ο μύθος και η πραγματικότητα αντιπαλεύουν στα κύματα του ίδιου χωροχρόνου